Η Κρήτη και η μουσική της παράδοση θρηνούν την απώλεια μιας σπουδαίας προσωπικότητας, της 94χρονης Ασπασίας Παπαδάκη, της πρώτης γυναίκας στο νησί που τόλμησε να αρπάξει τη λύρα και να μπει στον κόσμο της κρητικής μουσικής με τη δική της μοναδική φωνή και δεξιοτεχνία.
Τα τελευταία χρόνια ζούσε στο Δημοτικό Γηροκομείο Χανίων, αλλά η κληρονομιά της θα μείνει ζωντανή στους ήχους και τους σκοπούς που αγάπησε και μετέδωσε στις επόμενες γενιές.

Γεννημένη το 1932 στο χωριό Πλάκα της επαρχίας Αποκορώνου Χανίων, η Ασπασία ήταν το στερνοπαίδι μιας τετραμελούς οικογένειας με βαθιές μουσικές ρίζες. Η οικογένειά της ήταν γεμάτη λαϊκούς μουσικούς, βιολάτορες, λυράρηδες, λαουτιέρηδες και τραγουδιστές, που διαμόρφωσαν το πρώτο μουσικό της
περιβάλλον. Ο πατέρας της Φραγκιός Παπαδάκης έπαιζε λαούτο, ενώ ο θείος της ήταν ο ξακουστός λυράρης Μιχάλης Παπαδάκης. Ο αδελφός της Παύλος, σπουδαίος λαουτιέρης και τραγουδιστής, έγινε βασικός της συνεργάτης και συνοδοιπόρος από τα πρώτα της βήματα.
Η Ασπασία, με αποφασιστικότητα που λίγοι είχαν, κατασκεύασε μόνη την πρώτη της λύρα σε ηλικία 14 ετών και άρχισε να μαθαίνει τους πρώτους της σκοπούς. Παρά τις αντιρρήσεις της μητέρας της, η οποία θεωρούσε ότι η λύρα ήταν εργαλείο μόνο για άντρες, η νεαρή Ασπασία δεν το έβαλε κάτω. Η μητέρα της, για να την πείσει να αλλάξει δρόμο, της αγόρασε ένα βιολί, ένα δώρο που όμως δεν «έσβησε» την αγάπη της Ασπασίας για τη λύρα, αλλά της έδωσε έναν ακόμα δρόμο έκφρασης.

Το 1962, σε ηλικία 30 ετών, ηχογράφησε για πρώτη φορά έναν δίσκο που περιείχε το συρτό με τίτλο «Παράξενο Πουλί», σηματοδοτώντας την αρχή μιας διαδρομής που θα εμπλούτιζε για
πάντα την κρητική μουσική παράδοση. Η φωνή της, η δεξιοτεχνία της και η πίστη της στη μουσική αποτέλεσαν έμπνευση για δεκάδες γυναίκες που ακολούθησαν τα βήματά της.
