Η επίδραση των αντισυλληπτικών χαπιών στον γυναικείο οργανισμό αποτελεί διαχρονικά αντικείμενο επιστημονικής έρευνας. Αν και η αποτελεσματικότητά τους στην πρόληψη της εγκυμοσύνης είναι τεκμηριωμένη, οι ειδικοί συνεχίζουν να εξετάζουν τον τρόπο με τον οποίο οι ορμόνες που περιέχουν επηρεάζουν διαφορετικές λειτουργίες του οργανισμού, μεταξύ των οποίων και τη διατροφική συμπεριφορά.
Μια νέα επιστημονική μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο έγκριτο περιοδικό JAMA Network Open, έρχεται να προσθέσει νέα δεδομένα στη συζήτηση, διερευνώντας κατά πόσο τα συνδυασμένα αντισυλληπτικά χάπια, τα οποία περιέχουν οιστρογόνα και προγεσταγόνα, σχετίζονται με αλλαγές στις διατροφικές συνήθειες των γυναικών.
Οι ερευνητές παρακολούθησαν 422 γυναίκες που χρησιμοποιούσαν ήδη τον συγκεκριμένο τύπο αντισυλληπτικών. Για διάστημα 49 συνεχόμενων ημερών, οι συμμετέχουσες κατέγραφαν καθημερινά τις διατροφικές τους συνήθειες, επιτρέποντας στους επιστήμονες να συγκρίνουν τη συμπεριφορά τους κατά τις ημέρες λήψης των ενεργών χαπιών με εκείνες των ανενεργών, στα οποία δεν περιέχονται ορμόνες.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι κατά την περίοδο λήψης των ενεργών χαπιών παρατηρήθηκε αυξημένη τάση για συναισθηματική υπερφαγία, δηλαδή κατανάλωση μεγαλύτερης ποσότητας τροφής ως αντίδραση σε αρνητικά συναισθήματα. Το ίδιο μοτίβο επαναλήφθηκε και στον δεύτερο κύκλο παρακολούθησης, ενισχύοντας την εκτίμηση ότι η παρατήρηση δεν οφείλεται σε τυχαία διακύμανση.
Οι επιστήμονες εξέτασαν παράλληλα εάν η αλλαγή αυτή μπορούσε να εξηγηθεί αποκλειστικά από τη διάθεση των συμμετεχουσών. Ωστόσο, ακόμη και μετά τη συνεκτίμηση της ψυχολογικής τους κατάστασης, η σύνδεση ανάμεσα στη λήψη των ορμονικών χαπιών και στην αυξημένη συναισθηματική υπερφαγία παρέμεινε εμφανής.
Παράλληλα, σε μικρότερη ομάδα γυναικών που είχαν διαγνωστεί με διαταραχή υπερφαγίας, καταγράφηκε παρόμοια τάση, γεγονός που ενισχύει την ανάγκη περαιτέρω διερεύνησης του φαινομένου.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι οι ορμόνες των ωοθηκών είναι γνωστό πως επηρεάζουν τα συστήματα του εγκεφάλου που σχετίζονται με την ανταμοιβή και την επιθυμία για τροφές με υψηλή περιεκτικότητα σε ζάχαρη και λιπαρά. Τα συνδυασμένα αντισυλληπτικά δημιουργούν ένα ορμονικό περιβάλλον που προσομοιάζει σε ορισμένες φάσεις του φυσιολογικού εμμηνορροϊκού κύκλου, κατά τις οποίες έχουν επίσης παρατηρηθεί αυξημένα υπερφαγικά επεισόδια.
Ωστόσο, οι ειδικοί τονίζουν ότι τα αποτελέσματα δεν σημαίνουν πως όλες οι γυναίκες που λαμβάνουν αντισυλληπτικά χάπια θα εμφανίσουν αυξημένη πείνα ή επεισόδια υπερφαγίας. Η ανταπόκριση στις ορμονικές μεταβολές διαφέρει σημαντικά από άτομο σε άτομο, ενώ φαίνεται πως ορισμένες γυναίκες είναι περισσότερο ευαίσθητες από άλλες.
Ένα ακόμη ενδιαφέρον εύρημα ήταν ότι η συχνότητα της συναισθηματικής υπερφαγίας μειώθηκε στον δεύτερο κύκλο παρακολούθησης. Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι η καθημερινή καταγραφή των γευμάτων πιθανόν λειτούργησε ως μηχανισμός αυτοπαρατήρησης, βοηθώντας τις συμμετέχουσες να αποκτήσουν μεγαλύτερη επίγνωση των διατροφικών τους επιλογών.
Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι η μελέτη καταγράφει μια στατιστική συσχέτιση και όχι σχέση αιτίας και αποτελέσματος. Για τον λόγο αυτό δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση λόγο διακοπής της αντισυλληπτικής αγωγής.
Αντίθετα, τα ευρήματα αναδεικνύουν τη σημασία της εξατομικευμένης ιατρικής προσέγγισης. Εφόσον μελλοντικές έρευνες επιβεβαιώσουν ποια χαρακτηριστικά καθιστούν ορισμένες γυναίκες πιο ευάλωτες στις ορμονικές επιδράσεις, οι επαγγελματίες υγείας θα μπορούν να παρέχουν πιο στοχευμένες συμβουλές τόσο για την αντισύλληψη όσο και για τη διαχείριση πιθανών αλλαγών στη διατροφική συμπεριφορά.









