Παραδοσιακά η Αργεντινή παράγει δύο πράγματα: Οικονομικές κρίσεις και ποδοσφαιριστές. Οι πρώτες οδηγούν τους δεύτερους στο εξωτερικό. Δεν είναι όλοι της κλάσης του Μέσι. Είναι και απλοί… μεροκαματιάρηδες που αναζητούν λίγα περισσότερα χρήματα απ’ ότι στην πατρίδα τους και σε «σκληρό» νόμισμα.
- Από τον Άγγελο Μενδρινό
Ένας από αυτούς και ο Όσκαρ Γκιγιέρμο Ντάους. Ήταν 23 χρόνων όταν ήρθε στην Ελλάδα το 1972, υπέγραψε συμβόλαιο με τη Λάρισα που τότε αγωνιζόταν στη Β’ εθνική. Μαζί με τους συμπατριώτες του Όσκαρ Μοράλες, Χόρχε Βαγιέχο, Ενρόκο Καβόλι και Ντάνιελ Χιλ αποτέλεσαν την «παροικία» της χώρας στον Θεσσαλικό κάμπο. Μαζί κέρδισαν την άνοδο στην Α’ κατηγορία και κατάφεραν με άνεση να μείνουν σε αυτήν κερδίζοντας την 9η θέση σε σύνολο 18 ομάδων.
Φτωχό παιδί ο Ντάους θεώρησε ότι στην Ευρώπη έκανε την τύχη του. Πληρωνόταν σε δολάρια, ζούσε με τη φίλη του Βιβιάνα , είχαν κι ένα παιδί που το 1974 ήταν εννιά μηνών, τον Φερνάντο.

Όλα καλά; Όχι τόσο. Στο πρωτάθλημα που είχε λήξει το καλοκαίρι του ’74 είχε μόλις τρεις συμμετοχές σε σύνολο 34 αγωνιστικών. Η θέση του ήταν επισφαλής. Ένας συμπατριώτης του, ο Γκιγιέρμο Κιρόγα που το 1972 είχε έρθει κι αυτός στην Ελλάδα για λογαριασμό του Εθνικού, είχε πάει στην Κύπρο για να συνεχίσει την καριέρα του και τον διαβεβαίωσε ότι εκεί θα έχει εξασφαλισμένο χρόνο συμμετοχής.

Βρισκόμαστε στα μέσα του καλοκαιριού. Ιούλιος μήνας, ο Ντάους σκέπτεται την λύση της Κύπρου, αλλά προς το παρόν θέλει να απολαύσει τη Λάρισα, να χαρεί τις ομορφιές της.
Με τον φίλο του υπεύθυνο υλικού στην ομάδα, τον Μιλτιάδη Παπαγιάννη, αποφασίζουν να πάνε στον Αγιόκαμπο για μπάνιο και λίγες μέρες παραμονής στη φύση. Στήνουν τη σκηνή τους κι ετοιμάζονται για τις διακοπές τους.
Η έμπνευση αποδεικνύεται κακή. Το πρωί εκείνης της μέρας γίνεται στην Ελλάδα η επιστράτευση εξ αιτίας της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο. Ξαφνικά η παραλία ερημώνει. Η παρέα όμως μένει εκεί. Την αποτελούν ο Ντάους, η γυναίκα του, το μωρό τους, ενώ ο Παπαγιάννης έχει κι αυτός τα παιδιά του, την Αλεξάνδρα και τον 15χρονο Νίκο που αγωνίζεται στα εφηβικά της Λάρισας. Μαζί τους βρίσκεται κι ένας ντόπιος ο Γιάννης.
Στην διπλανή σκηνή υπάρχει εγκαταλειμμένη μια βάρκα. Οι ιδιοκτήτες της έφυγαν βιαστικά και την παράτησαν. Ο ποδοσφαιριστής, ο φίλος του Μιλτιάδης, ο Νίκος η Αλεξάνδρα και ο Γιάννης αποφασίζουν να πάνε βόλτα με αυτήν.
Ξαφνικά η βάρκα αναποδογυρίζει, η θάλασσα έχει αγριέψει κι όλοι βρίσκονται στο νερό. Ο Γκιγιέρμο δεν ξέρει μπάνιο, αλλά θεωρεί ότι μπορεί να κολυμπήσει. Στην ακτή δεν φτάνει ούτε αυτός, ούτε ο Νίκος.
Η γυναίκα του καλεί βοήθεια, κάποιοι παίρνουν τηλέφωνο τις αρχές, αλλά μέσα στον πανικό της ημέρας η βοήθεια φτάνει αργά. Ξεκινούν οι έρευνες, αλλά που δύο αγνοούμενοι δεν βρίσκονται πουθενά.
Οι μέρες που ακολουθούν είναι γεμάτες με γεγονότα, τόσα ώστε η εξαφάνιση των δύο νέων να μην έχει την προβολή που θα περίμενε κανείς. Εντοπίσαμε τρία δημοσιεύματα.
Το πρώτο στην «Μακεδονία» της Κυριακής 21 Ιουλίου

Το δεύτερο στην «Θεσσαλονίκη» την επόμενη μέρα

Κι ένα τρίτο στην «Ελευθερία» της Λάρισας στις 23 του μήνα

Η σύντροφος του Ντάους, η Βιβιάνα, έρχεται στην Αθήνα. Προσπαθεί μέσω της πρεσβείας να βρει άκρη. Κάνει αίτηση στον Ερυθρό Σταυρό, μιλά με την εκπρόσωπων αγνοουμένων εξωτερικού Λίζα Παπουτσάνη
Στη Λάρισα η υπόθεση έχει κλείσει. Στις 2 Αυγούστου βρίσκεται η βάρκα. Οι ελπίδες να βρεθούν οι αγνοούμενοι είναι μηδαμινές.
Η Βιβιάνα επιστρέφει στην πατρίδα της μαζί με το παιδί της και προσπαθεί να συνέλθει από όσα έχουν συμβεί.
Η σύζυγος ενός συμπατριώτη και συμπαίκτη του στη Λάρισα επιμένει ότι είδε σε μια φωτογραφία που έδειξε η ελληνική τηλεόραση με Κύπριους αιχμαλώτους των Τούρκων στην καρότσα ενός φορτηγού τον Γκιγιέρμο.

Η φωτογραφία δημοσιεύεται και στην Αργεντινή. Άκρη δεν μπορεί να βρει κανείς. Η κατάσταση είναι ήδη μπλεγμένη. Οι Τούρκοι αρνούνται ότι έχουν αιχμαλώτους, οι Έλληνες ότι έχουν στρατιώτες στην Κύπρο και το χειρότερο είναι ότι ο Ντάους για να κάνει την μεταγραφή του στη Λάρισα έχει κάνει υπεύθυνη δήλωση ότι έχει ελληνική καταγωγή!
Ο χρόνος περνά. Το 1977 η Βιβιάνα έχει ξαναφτιάξει τη ζωή της, είναι έγκυος όταν το κανάλι «13» αποφασίζει να ασχοληθεί με το θέμα. Στέλνει τον ρεπόρτερ Λέο Γκλάιζερ στην Αθήνα για να το διερευνήσει. Ανακαλύπτει έναν συμπατριώτη του ναυτικό ο οποίος υποστηρίζει ότι στην Κωνσταντινούπολη είδε ένα έναν Αργεντινό που είχε χάσει τη μνήμη του, του έλεγε όμως ότι ήταν ποδοσφαιριστής. Τον βρήκε σε τραγική κατάσταση.

Η ιστορία συγκινεί πολύ κόσμο στη χώρα. Μιλούν παλιοί του συμπαίκτες, γίνονται διαβήματα.
Η «Ερυθρά ημισέληνος», ο αντίστοιχος «Ερυθρός Σταυρός» για τις μουσουλμανικές χώρες, στέλνει τηλεγράφημα ότι ένας ισπανόφωνος νοσηλεύεται με αμνησία σε ψυχιατρική κλινική της Κωνσταντινούπολης.
Ο Γκλάιζερ μιλά στα ρεπορτάζ που μεταδίδονται για την απροθυμία των Τούρκων γιατρών να συνεργαστούν. Μιλούν για επικίνδυνους ανθρώπους που λόγω της νόσου δεν μπορούν να επικοινωνήσουν με άλλους εκτός από το νοσηλευτικό προσωπικό. Δεν του δίνουν καμία πληροφορία στα μεγάλα ψυχιατρικά ιδρύματα που επισκέπτεται.
Και αυτή η προσπάθεια πέφτει στο κενό.

Το μυστήριο με το τι απέγινε ο ποδοσφαιριστής παραμένει. Τα ερωτηματικά πολλά. Η λογική λέει ότι πνίγηκε εκείνο το μοιραίο απόγευμα στον Αγιόκαμπο. Είναι εξαιρετικά δύσκολο, ακόμα κι αν σώθηκε από τον πνιγμό να μην επικοινώνησε με κανένα, να μπόρεσε να φύγει από την Ελλάδα και να ταξιδέψει στην Κύπρο χωρίς ταξιδιωτικά έγγραφα σε μια χώρα που βρισκόταν σε πόλεμο, με το αεροδρόμιο της Λευκωσίας κλειστό. Πως κατάφερε να φτάσει μέχρι εκεί, πως πιάστηκε από τους Τούρκους και τόσα πολλά άλλα ερωτηματικά κάνουν την υπόθεση εξωπραγματική.
Το παιδί που γεννήθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 1949 ήθελε να γίνει διάσημος ποδοσφαιριστής. Έστω και για λίγο έγινε διάσημος, στην πατρίδα του τουλάχιστον, αλλά για τους λάθος λόγους.


