Εκείνη ήταν 34 χρόνων στην ακμή της δημιουργικότητάς της, εκείνος μόλις 18 χρόνων, ωραίος σαν αρχαίος Έλληνας θεός, αν και Ρώσος στην καταγωγή γεννημένος στην Ελλάδα.
Οι δρόμοι τους συναντήθηκαν τυχαία στην πρώτη Αφή της Ολυμπιακής Φλόγας κι αν πιστέψουμε τα δημοσιεύματα της εποχής έγιναν πρωταγωνιστές του πρώτου ερωτικού σκανδάλου που συζητούσε για μήνες η Αθήνα.
Βρισκόμαστε στα 1936. Για πρώτη φορά γίνεται Αφή Ολυμπιακής Φλόγας και για πρώτη φορά λαμπαδηδρομία.
Η Λένι Ρίφενσταλ ήταν η αγαπημένη σκηνοθέτης του Χίτλερ. Είχε βάλει το αναμφισβήτητο ταλέντο της στην υπηρεσία του καθεστώτος. Λογικό να έχει το γενικό πρόσταγμα στις τελετής της Αφής, αλλά και της Λαμπαδηδρομίας για τις ανάγκες του πρώτου επίσημου ντοκιμαντέρ των Ολυμπιακών Αγώνων που γινόντουσαν στο Βερολίνο. Άλλωστε και τα δύο ήταν γερμανικές ιδέες, του Καρλ Ντιμ ενός πρώτη αθλητή που έγινε στη συνέχεια αθλητικός παράγοντας.

Η Ρίφενσταλ στη συγκέντρωση των πρώτων σαράντα λαμπαδηδρόμων ξεχώρισε έναν, τον 18χρονο Ανατόλι Ντομπριάνσκι. Η οικογένειά του είχε έρθει στην Ελλάδα κυνηγημένη από τους Μπολσεβίκους. Ο ίδιος γεννήθηκε στην Αθήνα, αλλά τα τελευταία δύο χρόνια ζούσε στον Πύργο. Ο πατέρας του αριστοκράτης, αξιωματικός του τσαρικού στρατού και ζωγράφος. Όταν έφθασε στην Ελλάδα μπορούσε μόνο με το τελευταίο να ζήσει. Κι επειδή η ζωγραφική δεν είναι αποδοτικό επάγγελμα τα έφερνε δύσκολα.
Η Γερμανίδα σκηνοθέτης μέσω ελληνομαθούς συνεργάτη της ζήτησε να μάθει σε ποιο σημείο της διαδρομής θα έτρεχε ο Ανατόλι, Ταλίκ για τους φίλους του.

Ο προγραμματισμός ανέφερε ότι θα βρισκόταν στο 37ο χιλιόμετρο μεταφέροντας την Φλόγα. Το σημείωσε και ήταν εκεί με το συνεργείο της για να καταγράψει την σκηνή.
Στη συνέχεια του πρότεινε να την ακολουθήσει στη Γερμανία για να τον χρησιμοποιήσει σε κάποια εσωτερικά γυρίσματα για το ντοκιμαντέρ που ετοίμαζε.

Ο 18χρονος εντυπωσιάστηκε με την ιδέα ότι μπορεί να γίνει κινηματογραφικός αστέρας. Δέχτηκε κι ας βρισκόταν εκεί με ένα σορτσάκι και τα παπούτσια του.
Τον έβαλε στο ανοιχτό της αμάξι, τον έφερε στην Αθήνα, τον φιλοξένησε στο ξενοδοχείο της «Μεγάλης Βρετανίας» στο Σύνταγμα, του αγόρασε ρούχα και του έδωσε και 10.000 μάρκα για πρώτα του έξοδα, ενώ οι Γερμανοί ανέλαβαν να του βγάλουν διαβατήριο.
Με γράμματα στους δικούς του ο νεαρός έλεγε ότι θα πήγαινε στη Γερμανία να κυνηγήσει το όνειρό του.
Για την ελληνική κοινωνία η «απαγωγή», έστω και εκούσια, όπως χαρακτηρίστηκε, δημιούργησε αίσθηση.

Χαρακτηριστικό είναι το ρεπορτάζ της εφημερίδας «Ανεξάρτητος» στις 23 Ιουλίου 1936:
«…Η κυρία Λένη, βλέπουσα τους λαμπαδηδρόμους μας γυμνούς και αναμνησθείσα, ως φαίνεται, του αρχαίου Ελληνικού κάλλους, ηλεκτρίσθη εις βαθμόν απίστευτον και δεν έβλεπε την ώρα που θα κατακτούσε ένα άλκιμον νέον, προ παντός ωραίον και ρωμαλαίον! Επειδή όμως οι λαμπαδηδρόμοι μας εφαίνοντο προσηλωμένοι εις την ιεράν αποστολήν των, η Ρίφενσταλ μη αντέχουσα εις την μοναξιά, παρ’ ότι την περιστοίχισεν μίαν πολυμελής συνοδεία, συνέλαβε την τολμηράν σκέψιν να τον απαγάγη!
Αλλ’ ας ίδωμεν πως ηγάπησε παραφόρως και πως εντός δευτερολέπτων της ώρας έκαμε εντελώς δικόν της τον ωραίον της Ολυμπίας λαμπαδηδρόμον.
Την ημέραν της τελετής της Ολυμπίας, η Γερμανίας ηθοποιός εγκαταλείψασα κάθε ενασχόλησιν και λησμονήσασα την υψηλήν (!) αποστολήν του καθεστώτος της, ρίχτηκε να φάη με τα μάτια – όπως λέμε στην Ελλάδα – τους ευσταλείς λαμπαδηδρόμους μας. Παιδιά όλα γερά, με σφιχτά κορμιά και με μπράτσα που μπορούν να σφίξουν όχι μία Γερμανίδα πουλημένη, αλλά ολόκληρον την Γερμανίαν.
Η υστερική και έκφυλος καλλιτέχνις από τα 28 παιδιά, τα οποία είχον επιλεγή υπό της οργανωτικής επιτροπής εις Πύργον όπως τρέξουν, επρόσεξεν περισσότερον τον νεαρόν Τόλικ Ντομπριάνσκι, ένα παιδί 18 χρονών. Αμέσως τρέχει εις τον επόπτην της λαμπαδηδρομίας.

-Από πού είναι αυτό το παιδί;
-Από τον Πύργον. Απήντησε ξερά ο επόπτης.
Η Λένη δεν έμεινε καθόλου ευχαριστημένη από την απάντησιν του επόπτου και απευθύνει, καταφανώς νευριασμένη, δεύτερον ερώτημα:
-Πως τον λένε; Που θα τρέξει; Σε ποιο χιλιόμετρο;
Ο επόπτης έδινεν όσας πληροφορίας μπορούσε εις την Γερμανίδα, αλλ’ αυτή όμως ήθελε πολλά. Σε μια στιγμή λέγει εις τον επόπτη:
-Ξέρετε, τον αγαπώ τρελλά!
-Ξεφόρτωνέ με, ήτανε η απάντησις που έλαβε.
Αφού αναστάτωσεν όλα τα μέλη της διοργανωτικής επιτροπής, έμαθεν επιτέλους ότι ο Τολίκ θα έτρεχεν εις το 27ον χιλιόμετρον. Δεν τα κατάφερε όμως να επικοινωνήση μαζί του και περίμενε την ώρα που το αυτοκίνητον θα επέστρεφε με τους αθλητάς. Δια να μη χάση μάλιστα την ευκαιρία αυτήν, πήρε μαζί της ένα ελληνομαθή Γερμανόν, ο οποίος θα ανελάμβανε να διερμηνεύση προς αυτόν τη φλόγα που έκαιε την καρδιά της αλλόφρονος πλέον Γερμανίας.
Επί τέλους εφάνη το λεωφορείον με τους αθλητάς, από το οποίον επρόβαλε και η γλυκειά μορφή του Τόλικ. Η Γερμανίς και ο διερμηνεύς του πάθους της σπεύδουν προς τον Τολίκ.
– Θα έλθης μαζί μας, λέγει ο ελληνομαθής Γερμανός.
– Είναι αδύνατον, απαντά ο Τόλικ
– Τίποτα, θα έρθης μαζί μας. Είνε η επιθυμία της κυρίας Ρίφενσταλ
– Μα είμαι γυμνός! Καθώς βλέπετε
– Τόσο το καλύτερο!…
Εν τω μεταξύ η Γερμανίς παρηκολούθει με αγωνίαν τας αντιρρήσεις του Ντομπριάνσκυ, τας οποίας αντελαμβάνετο εκ των μορφασμών του προσώπου του.
Μετά πολλάς υποσχέσεις πείθεται ο νεαρός Τόλικ, να ακολουθήση έτσι όπως ήτο… γυμνός την ερωτοπαθή Λένη, με την προϋπόθεσιν ότι θα προσετίθετο ιαι αυτός εις την χιτλερικήν κινηματογραφικήν αποστολήν επ’ αμοιβή. Μόλις είπε το «ναι» απήχθη εν ριπή οφθαλμού υπό της Γερμανίδος και επιβάντες αυτοκινήτου ήλθον από προχθές ενταύθα αντί να συνοδεύσουν τους λαμπαδηδρόμους…»

Κι οι άλλες εφημερίδες δεν υστέρησαν, αλλά σε πιο ήπιους τόνους έκαναν αναφορά στο γεγονός.
Κι επειδή βρισκόμαστε παραμονές του δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου στον ίδιο αιώνα, τον 20ο, όλες το χειρίστηκαν… προσεκτικά.
Αυτές που δεν ήθελαν να… μπλέξουν τόνιζαν ότι δεν υπήρχε τίποτε το μεμπτό. Μια σκηνοθέτης ανακάλυψε έναν ωραίο νέο, υπόδειγμα ελληνικής ομορφιάς κι ήθελε να τον αξιοποιήσει στην ταινία που γύριζε, η οποία παρεμπιπτόντως, πέρα από την καθαρή προπαγάνδα θεωρείται τεχνικά πρωτοποριακή. Η «Ολυμπία» θεωρείται κινηματογραφικό αριστούργημα της κινηματογραφικής τέχνης.
Υπήρχαν και άλλες που δεν αναφέρθηκαν στο γεγονός. Οι μέρες έτσι κι αλλιώς ήταν πονηρές. Σε λίγες μέρες θα γινόταν η δικτατορία της 4ης Αυγούστου και σε τρία χρόνια θα ξεσπούσε ο Παγκόσμιος Πόλεμος.




