Θρήνος και οργή πάνω από τα αποκαΐδια

ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Θρήνος και οργή πάνω από τα αποκαΐδια

Πόνο και αγανάκτηση ξεχειλίζουν οι μαρτυρίες των κατοίκων στα χωριά της ορεινής Αιγιάλειας, που επλήγησαν από το «πύρινο θηρίο», το οποίο την περασμένη βδομάδα κατασπάραξε στο διάβα του ζωές, σπίτια και περιουσίες.

 Πόνο για όσα έχασαν και αγανάκτηση για την εγκληματική, όπως λένε, απειρία του πεζοπόρου τμήματος της Πυροσβεστικής, που κατηγορούν απροκάλυπτα πως άφησε τις περιουσίες τους στο έλεος της φωτιάς. Η «Espresso» έκανε τη δική της αυτοψία στα πολύπαθα χωριά Μαμουσιά και Ανω Διακοφτό, που οι κάτοικοί τους, εκτός από σπίτια και χιλιάδες στρέμματα ελαιόδεντρων και αμπελιών, θρήνησαν και τρεις ανθρώπινες ζωές.

Κάθε φορά που στρέφουν το βλέμμα τους στο κατεστραμμένο τους βιος και τους ολόμαυρους λόφους, που ακόμη «καπνίζουν», βουρκώνουν. Κλιμάκιο περιβαλλοντολόγων που διεξήγαγε αυτές τις μέρες έρευνα στις καμένες εκτάσεις αποφάνθηκε πως η καταστροφή που έχει συντελεστεί στο οικοσύστημα είναι ανεπανόρθωτη και θα πάρει πολύ χρόνο για να επουλωθούν οι «πληγές» που άφησε πίσω της η φωτιά. Πιο πολύ, όμως, οι κάτοικοι θρηνούν για τους κόπους μιας ζωής που μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα έγιναν στάχτη. Τουλάχιστον τα μισά σπίτια στο Ανω Διακοφτό καταστράφηκαν ολοσχερώς από τις φλόγες που έκαιγαν για μέρες, ενώ συνολικά πάνω από εκατό σπίτια σε όλη την Αιγιάλεια υπολογίζεται πως έγιναν παρανάλωμα του πυρός.

Η διαδρομή τόσο προς το Ανω Διακοφτό όσο και προς και τη Μαμουσιά θυμίζει κρανίου τόπο. Οπου κι αν κοιτάξει κανείς αντικρίζει μόνο αποτεφρωμένα δέντρα, καψαλισμένα αμπέλια και κάπου-κάπου κουφάρια αυτοκινήτων και σπιτιών που «έχαψε» η φωτιά. Διάσπαρτες στους γύρω λόφους υπάρχουν σβησμένες εστίες που ακόμη καπνίζουν. Μέσα στη νεκρική ατμόσφαιρα ο τόπος ζει ένα βουβό αναβρασμό. Πυροσβεστικά ελικόπτερα πετούν ρίχνοντας νερό στις εστίες που καίνε ακόμη. Συνεργεία της ΔΕΗ αποκαθιστούν τις εκτεταμένες ζημιές που υπέστη το δίκτυο.

Μέχρις εκεί, όμως. Τα χωριά μοιάζουν ερημωμένα. Πολλοί τα εγκατέλειψαν, μην έχοντας πού να μείνουν, αφού τα σπίτια τους καταστράφηκαν. Οι γέροντες που έχουν απομείνει δεν «ξεμυτίζουν» στους δρόμους από φόβο ή για να μη βλέπουν την καταστροφή. Μόνο στα καφενεία υπάρχει ζωή. Ανθρωποι που συζητούν, ψάχνουν να βρουν τι έφταιξε και πάνω στην κουβέντα διαφωνούν, ξεσπούν και κάποιες φορές, μπροστά στο μέγεθος της καταστροφής, δακρύζουν. Για ένα πράγμα συμφωνούν όλοι: θα το ξαναχτίσουν το χωριό τους, με κάθε κόστος.


«Θα αφήσω στα παιδιά μου κάρβουνα»

Το σπίτι που έχτισαν με τους κόπους μιας ολόκληρης ζωής, 44 στρέμματα σταφίδας και όλα τα υπάρχοντά τους έχασαν στη μεγάλη πυρκαγιά ο Σπήλιος Πετρουτσόπουλος και η οικογένειά του. «Εχει μείνει μόνο το υπόγειο. Κοιμόμαστε στρωματσάδα, μες τη μουντζούρα, αναπνέουμε τέφρα και φοράμε δανεικά ρούχα», λέει εμφανώς συγκλονισμένος στην «Espresso» καθώς μας δείχνει ό,τι απέμεινε από το σπίτι του. Οπως λέει, πάλεψαν μόνοι με τις φλόγες, με όσα μέσα είχαν, για να περισώσουν ό,τι μπορούσαν.

«Με ραντιστικές μηχανές και αντλίες προσπαθούσαμε εγώ και ο γιος μου να σβήσουμε τη φωτιά. Μας έδιωξαν και όταν γυρίσαμε δεν είχε απομείνει σχεδόν τίποτα», λέει αγανακτισμένος.


«Κάηκαν τα κτήματα, έχασα τη δουλειά μου»

Ο Αγγελος Σταυρόπουλος, 31 χρόνων, γεννήθηκε και ζει μέχρι σήμερα στο Ανω Διακοφτό. Τα λόγια του ξεχειλίζουν οργή και θυμό κάθε φορά που αναφέρεται στο έργο των πυροσβεστών. Κάθε λίγο θυμάται κι από ένα περιστατικό.

«Οταν χρειάστηκε να κάνουν υδροληψία από μια δεξαμενή δεν ταίριαζαν οι κρουνοί, δεν είχαν συνδέσμους και ζητούσαν από εμάς αντλίες. Οταν τη δασοπυρόσβεση είχε το Δασαρχείο δεν είχαμε τέτοιες καταστροφές. Γίνονταν περιπολίες και υπήρχαν παρατηρητήρια. Τώρα μας αφήνουν να καούμε», ξεσπά.

Μπορεί ο ίδιος να μην έχασε το σπίτι του στη φωτιά, να «έχω ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι μου», όπως λέει, αλλά έχασε το εισόδημά του. «Ασχολούμουν με τα κτήματα. Τώρα τι να κάνω; Να κατέβω στην πόλη για ένα κομμάτι ψωμί;» αναρωτιέται.

 


«Κατεβαίνουμε στο Αίγιο για να ψωνίσουμε παπούτσια»

Η Φωτεινή Σιμιώτη ζει με τους δυο ηλικιωμένους γονείς της και τον αδελφό της. Η φωτιά τής στέρησε το βιος της και το πατρικό της σπίτι. Εκείνο στο οποίο μένει το γλίτωσαν την τελευταία στιγμή από το μένος της φωτιάς. Σκέφτεται και κάνει το δικό της απολογισμό: «Μας κάηκαν χίλια κιλά λάδι, ελιές, σταφίδες, κότες και πέντε μπαούλα με ρούχα. Ο πατέρας μου έμεινε μόνο με τη σκούφια του. Τώρα έχουν κατέβει με τη μάνα μου στο Αίγιο για να ψωνίσουν παπούτσια, γιατί η φωτιά δεν τους άφησε τίποτα», λέει στην «Espresso».

Εκείνη τη στιγμή φθάνει στο σπίτι και ένα κλιμάκιο του Τομέα Αποκατάστασης Σεισμόπληκτων Αχαΐας. «Θα γίνει καταγραφή των ζημιών και ανακατασκευή ανάλογα με τα τετραγωνικά μέτρα» διαβεβαιώνουν την κ. Φωτεινή, η οποία όμως, μέχρι αυτό να συμβεί, θα πέφτει κάθε βράδυ στο κρεβάτι με φόβο, καθώς το σπίτι έχει γεμίσει ρωγμές από τη φωτιά και έχουν καεί και τοίχοι.


ΜΑΡΙΑ ΜΕΪΜΑΡΗ
ΦΩΤ.: ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΜΑΣΣΙΑΣ

 


Φωτ. 1: Οι κάτοικοι εγκαταλείπουν μαζικά τα κατεστραμμένα από τη φωτιά σπίτια τους, τα χωριά ερημώνουν.

Φωτ. 2: Ούτε το οινοποιείο «Τετράμυθος» στο Ανω Διακοφτό γλίτωσε από τις φλόγες.

Φωτ. 3: Η κ. Φωτεινή Σιμιώτη λυγίζει μπροστά στο μέγεθος της καταστροφής. Μερικοί μαύροι τοίχοι στέκουν ακόμη όρθιοι.

Φωτ. 4: Πάνω από εκατό σπίτια σε όλη την ορεινή Αιγιάλεια εκτιμάται πως καταστράφηκαν από τη μανία της φωτιάς.

Φωτ. 5:  Από θαύμα φαίνεται πως σώθηκε αυτός ο μικρός οικισμός.

Φωτ. 6: «Τουλάχιστον εγώ έχω ένα... κεραμίδι, αγόρασα και γεννήτρια για να έχω ρεύμα. Τι να πουν οι άλλοι;» λέει στην «Espresso» ο 31χρονος Αγγελος Σταυρόπουλος.

Φωτ. 7: Σκαρφαλωμένοι στους στύλους της ΔΕΗ οι εργάτες δουλεύουν δώδεκα ώρες τη μέρα για να αποκαταστήσουν τις ζημιές από τη φωτιά.

Φωτ. 8: Στάχτη και αποκαΐδια είναι ό,τι απέμεινε από το σπίτι του κ. Σπήλιου Πετρουτσόπουλου.