Πικάντικες ιστορίες με… ροζ απόχρωση

Νέα αποκλειστική προδημοσίευση από το βιβλίο της Νένας Χρονοπούλου.

Η Νένα Χρονοπούλου, όπως αποκάλυψε η «Espresso» με πρωτοσέλιδό της την Τετάρτη 31 Αυγούστου, επιστρέφει δυναμικά, αυτήν τη φορά σε ρόλο συγγραφέα. Η ηθοποιός έγραψε το πρώτο της βιβλίο με τίτλο «Αν μιλούσε… το Αι2ον» (θα κυκλοφορήσει τα Χριστούγεννα), το οποίο αναμένεται να συζητηθεί για το πικάντικο περιεχόμενό του, αφού περιλαμβάνει δεκαπέντε αληθινές ιστορίες που περιστρέφονται γύρω από τα… παράπονα των γυναικών κατά τη διάρκεια των σεξουαλικών τους συνευρέσεων. «Μια από τις μεγάλες μου αγάπες είναι η συγγραφή. Αλλη μια είναι οι σχέσεις με τους ανθρώπους και ιδιαίτερα με τις γυναίκες, μια και ανήκουμε στο ίδιο φύλο. Σε κάποιες συναντήσεις που οργάνωνα πέρυσι όλο το καλοκαίρι και τον μισό χειμώνα στο μαγαζί που διατηρούσα στον Κορυδαλλό, οι φίλες αλλά και οι γνωστές μου αποκάλυπταν, κάποιες με παράπονο, κάποιες άλλες με θυμό, με ντροπή, με δάκρυα, αλλά όλες γεμάτες απογοήτευση, κάποιες από τις προσωπικές τους σχέσεις. Αυτό ήταν αρκετό για να με εμπνεύσει! Οι ιστορίες αυτές δεν είναι στην ουσία για να γελάς αλλά για να προβληματίζεσαι. Διαπιστώνεις ότι υπάρχει περισσότερη μοναξιά μέσα στις σχέσεις και ακόμα περισσότερη στις ιδιαίτερες στιγμές των ανθρώπων» δήλωσε η Νένα Χρονοπούλου στην «Espresso της Κυριακής».

Πριν από λίγες ημέρες η «Espresso» προδημοσίευσε αποκλειστικά δύο πικάντικες ιστορίες («Ο οργασμός της Κούλας» και «Η Ελενίτσα και ο ιπτάμενο αγόρι») που θα είναι στο βιβλίο της Νένας Χρονοπούλου. Σήμερα δημοσιεύουμε αποκλειστικά άλλη μία hot ιστορία με τον τίτλο «Ο μαραθώνιος του καβαλάρη». Πρόκειται για πραγματική ιστορία, όπου ο πρωταγωνιστής γίνεται καταπιεστικός στη σύντροφό του, με αποτέλεσμα εκείνη, αντί να τον παντρευτεί, να τον αφήνει στα κρύα του λουτρού!

«Δεν είναι λίγες οι φορές που οι γυναίκες νομίζουν ότι βρίσκουν τον ιδανικό σύντροφο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα περίεργα γούστα που είχε ο πρωταγωνιστής μας τον οδήγησαν στο να χάσει τη σύντροφό του» λέει για την εν λόγω ιστορία η Νένα Χρονοπούλου.

Ο μαραθώνιος του καβαλάρη ! Γεια σας, γεια σας, γεια σας. Αυτό που θα διαβάσετε εντός ολίγου, εκτός από πραγματικό είναι και σπάνιο, είναι συλλεκτικό, πώς αλλιώς να σας το πω, διότι για να σου προκύψει χρειάζεται ιδιαίτερο τάλαντο και το χρειάζεται παντού !

Ευτυχώς ο Μιχαλάκης το διέθετε. Τώρα θα μου πείτε τι εστί Μιχαλάκης, Μιχαλάκης εστί ψηλό, καστανομελάχροινο πλάσμα με φέτες τους κοιλιακούς και με προκλητικούς απολλώνιους, με tattoo στο κορμί, με μακρύ σπαστό μαλλί μέχρι τους ώμους, και όταν λέμε μαλλί δεν εννοούμε τρεις τρίχες, εννοούμε μαλλί… και πρασινοπισινέ μάτια! Καλό;

Τούμπανο ο Μιχαλάκης, ετών 30, εργασιακώς αποκαταστημένος, είχε τέσσερα – πέντε καταστήματα Ιnternet café, και καλά… Στην πραγματικότητα ήταν τα λεγόμενα «φρουτάκια», όπως καταλαβαίνετε, το χρήμα έτρεχε και απ’ τα μπατζάκια του Μιχαλάκη.

Και τα προσόντα του δεν σταματάγανε εκεί, ήξερε και πολεμικές τέχνες ο Μιχαλάκης, ήξερε και από καλούς τρόπους, ήξερε και να φλερτάρει με τακτ, ήξερε και να λέει όχι όταν πρέπει, ήξερε να είναι τουμπεκής και δεν ήταν σαλιάρης, όπως κάποιοι άλλοι, που ό,τι έκαναν ή ότι ήθελαν να κάνουν πρώτα το διατυμπάνιζαν και μετά το έκαναν… αν το έκαναν ποτέ!

Με δύο λόγια, ο Μιχαλάκης ήταν το «ιδανικό αρσενικό» για κάθε γυναίκα. Φανταστείτε τι ήταν για εμένα! Μπουκιά και συχώριο, όνειρο απατηλό ο Μιχαλάκης με τον Μιχαλάρα του για μένα, γιατί έτσι όπως τον έβλεπα δεν περίμενα τίποτα λιγότερο από Μιχαλάρα!

Καλά, ακόμα αναρωτιέστε πού τον έβλεπα; Με τόσες πληροφορίες που σας έχω δώσει θα έπρεπε ήδη να το έχετε καταλάβει! Στο γυμναστήριο συναντιόμαστε, καλέ, με τον άνθρωπο… Ε, δεν συναντιόταν ακριβώς με μένα, τη Φλώρα μου συναντούσε και, απ’ ό,τι καταλάβαινα, όπου να ’ναι έφτανε και η σειρά μου! Γιατί η Φλώρα δεν ήταν μία απλή Φλώρα, το κορίτσι μου ήταν κορμάρα, ψηλή, ξανθιά, πρασινομάτα και αοιδός!

Μάλιστα, «αοιδός,» από αυτές που από φωνή, ξέρετε τι, αλλά από κορμί… μου…ρα! Δίμετρη και η Φλώρα, άλογο ψηλοκάπουλο, με εννοείτε, από αυτά που όλοι θέλουν να καβαλήσουν, αλλά λίγοι τα φτάνουν. Αλλά ο Μιχαλάκης δεν είχε τέτοιο πρόβλημα, ο άνθρωπος ήταν γεννημένος αναβάτης.

Ρε, αυτό το πράγμα να μην μπορώ να το ξεκολλήσω από το μυαλό μου. Γεια έλεγε η Φλώρα στον Μιχάλη, «αναβάτη» πάνω μου τον φανταζόμουν εγώ, χαμόγελο από μακριά έσκαγε ο Μιχάλης στη Φλώρα, «αναβάτη» πάνω του με φανταζόμουν εγώ. Δεν μπορεί, έχω κρυφό ταλέντο στον αθλητισμό και ειδικά στην «ανάβαση».

Αχ, Μιχάλη μου, λες να «αναβαστούμε» μαζί και να χλιμιντρίσω από τη χαρά μου επιτέλους!

Οχι ότι με τη Φλώρα είχα παράπονο, α πα πα, θα με δει ο Θεός. Η Φλωρίτσα μου με πρόσεχε, με φρόντιζε, με είχε πάντα στην πένα, γιατί δεν ήξερε ποτέ πώς θα εξελιχθεί η ημέρα της ή η νύχτα της. Κι αν της τύχει το καλό, να μποχάω εγώ και να το χάσει; Α, όλα κι όλα, δεν το ρίσκαρε, μάνα μου, με είχε με τις κόντρες μου, τις ξούρες μου, μου είχε κρεμάσει και ένα χαϊμαλί τύπου «γούρι» και όλα πήγαιναν κατ’ ευχήν. Ασε τα αρώματα, μπόλικο, έτσι για να μην την ξεχνάνε. Πώς θα κάνει δηλαδή καριέρα το κορίτσι μου, χωρίς τη δική της σφραγίδα; Χωρίς να αφήνει το άρωμά της ανεξίτηλο;

Το ’χε πιάσει το νόημα η Φλωρίτσα και με είχε καν και καν, όχι παίζουμε. Ηξερε ότι χωρίς εμένα δεν μπορεί να πάει πουθενά και έτσι μου έδινε και την ανάλογη αξία. Παρ’ όλη τη φροντίδα της πάντως, ε, δεν πήγαιναν πάντα τα πράγματα όπως τα περίμενα. Διότι, φίλοι μου, η τέχνη θέλει θυσίες και στις θυσίες θυσιαζόμαστε όλοι, αλλά πρώτα απ’ όλους εγώ!

Πώς να λειτουργήσω, βρε, το καψερό, όταν ο παρτενέρ μου ΔΕΝ! Πείτε μου τώρα ότι αναρωτιέστε και τι δεν;

Δεν λέει, ρε παιδιά, πώς να το εξηγήσω, άντε να σας το κάνω πιο λιανά, μπας και πάρετε μπρος επιτέλους! Οταν δηλαδή η Φλωρίτσα πρέπει να έλθει σε «επαγγελματική επαφή» και εγώ είμαι το μέσον, πείτε μου πώς να αντιδράσω και πώς να συμμετέχω σε κάτι που φύσει – θέσει, καλά μου, απέχω!

Διότι αλλιώς αντιδρώ με το «άγαλμα», αγάπη μου, και αλλιώς με το «μπουλντόγκ», πόσο βιάγκρα να υποστώ και πόσο προστάτη και ζαχαροδιαβήτη να μεταποιήσω σε πόθο και έκσταση; Πόσο, καλέ, πόσο;

Βαριά η καλογερική και βαρύτερη ακόμα η Τέχνη, αλλά δεν πειράζει, όλα καλά, κάνω τα δικά μου εγώ, κάνει και η Φλώρα ό,τι μπορεί, ξέρετε, πλακώνει τα αχ-βαχ τα απανωτά, που σε συνδυασμό με τα ουρλιαχτά τύπου «με πονάς αλλά μ’ αρέσει, σατράπη» και την πρόζα «τι άντρακλας είσαι εσύ, μάνα μου, πρώτη φορά μου βλέπω τέτοιο πράμα», ευθύς αμέσως έρχεται το επιθυμητό αποτέλεσμα για όλους.

Επιτέλους, η ανάσταση! Ο θείος ξαλαφρώνει και εγώ ξεμπουκώνω από το πιεστικό με τη μελάτη διάθεση και την επιμονή. Οσο για τη Φλώρα μου, α, καλά, να ’ταν κι άλλο, αυτή από πριν έχει τσακώσει το καθρεφτάκι και έχει αρχίσει να φτιάχνει το κραγιόν και το περίγραμμα, καλέ, έχει και πρόβα η κοπέλα μου, να αργήσει; Αδύνατον, διότι η Φλωρίτσα μου είναι επαγγελματίας αοιδός και τυπική σε όλα της. Η δουλειά είναι δουλειά και η δουλειά μας πάνω απ’ όλα.

Κάπου εδώ όμως υπάρχουν στη ζωή μου, και ευτυχώς και δόξα και πάλι δόξα τον Κύριο, οι Μιχαλάκηδες. Πόσο συχνά; Μα τι ερώτηση είναι αυτή; Αλλο η δουλειά, άλλο η διασκέδαση, και στο κορίτσι μας αρέσει να διασκεδάζει συχνά – πυκνά. Εσύ που βιάζεσαι να κατηγορήσεις το κορίτσι μου, μπορείς να πεις όχι στη χαρά, το γέλιο και την απόλαυση; Η Φλωρίτσα μου γιατί να μπορεί;

Και συνεχίζω γιατί με συγχύσατε με την κριτική σας της άμεμπτου ηθικής. Ορίστε, καλέ, ερωτευόμαστε κι όλα, καλή ώρα, μας ήρθε η κεραμίδα, εκστασιαστήκαμε και θέλουμε να νιώσουμε και εμείς το κατιτί μας! Ευχαριστηθήκατε τώρα;

Και το όνομα του έρωτα Μιχάλης, ο Μιχάλης που λέγαμε, ή αλλιώς, ο «Μιχάλης ο καβαλάρης». Τα παιδιά βλέπονταν στο πεταχτό και στο τυχαίο στο γυμναστήριο και μόνο εκεί. Μια και υπήρχε αμοιβαία συμπάθεια όμως, άδραξε την ευκαιρία η Φλωρίτσα η γρήγορη και κάλεσε τον Μιχάλη στο opening του «ΣΚΥΛΑΔΙΚΟΥ VIP» ‘οπου εμφανιζόταν, «έχουμε πρεμιέρα απόψε, θα έλθεις;» του είπε με την πιο χαδιάρικη φωνή που είχε βγει ποτέ από τα χείλη της.

Ηταν ερωτευμένη η Φλώρα και ήταν φανερό. Το πάρε – δώσε στο γυμναστήριο είχε κρατήσει καιρό και ο Μιχάλης δεν την είχε καν φλερτάρει. Απίστευτο για τη Φλώρα, αλλά αληθινό. Μπορεί ο Μιχαλάκης να είχε κρατήσει τις αποστάσεις λόγω αξιοπρέπειας και σχεδίου, γιατί και σ’ αυτόν άρεσε πολύ η Φλωρίτσα, αλλά δεν θα ’χανε την ευκαιρία να βρεθεί μαζί της εκτός γυμναστηρίου, ούτε και θα πρόσβαλλε ολόκληρο άτι… Αλλωστε, γιατί;

Και βρέθηκαν αυτοί εκείνο το μοιραίο βράδυ και χάθηκα εγώ! Καλέ, τι χάσιμο ήταν αυτό; Ακόμα χαμένα τα ’χω, τα ’χασα για τα καλά, μέχρι που φοβούμαι μη και τα ’χασα για πάντα! Αχ, Μιχάλη μου, τι μου ’κανες, μωρέ καλά έκανα εγώ και σε έβγαλα «καβαλάρη», φαίνονται αυτά, μάνα μου, με την πρώτη ματιά! Εκείνο το βράδυ, λοιπόν, περάσαμε όλοι καλά, αλλά εγώ ακόμα καλύτερα. Βλέπετε, καθαρόαιμο ο Μιχάλης, ψηλοκάπουλο η Φλώρα, τι να σου κάνω κι εγώ, χλιμίντρισα! Θα πρέπει να ούρλιαξα πιο πολύ και από τη Φλώρα όταν γραπώνει το μικρόφωνο και προσπαθεί να σβήσει τη Μαρία Κάλλας. Αλλά ευτυχώς που η δική μου φωνή έχει την απόλυτη εσωτερικότητα, γιατί ουρλιαχτά εγώ, γκαρίσματα η Φλώρα, θα τρόμαζε ο Μιχαλάκης και θα έκοβε ρόδα μυρωμένα.

Ολα καλά πήγαν λοιπόν την πρώτη μας βραδιά, όλες οι ευχές και τα όνειρά μου βγήκαν αληθινά. Μιχαλάρας ο Μιχάλης, τζακ-ποτ η Φλωρίτσα, μπίνγκο εγώ. Και η ιστορία μας συνεχιζόταν και όλα πήγαιναν καλά και όλα ανθηρά, μπόλικο λαβ, μπόλικη ένταση, όλα πολλά και μπόλικα υπήρχαν γενικώς, χωρίς πολλές ανατροπές και εκπλήξεις, παρ’ όλα τα καλά πάντως εγώ κάτι περίεργο ψυχανεμιζόμουν στην ατμόσφαιρα, περί σεξουαλικού εννοώ, μην μπερδευτούμε κιόλας.

Ο Μιχάλης είχε αλλάξει λίγο τη συμπεριφορά του και του είχε βγει μία ερωτική ανασφάλεια και μία σεξουαλική μανία άλλο πράμα. Πού τον έβρισκες, πού τον έχανες, με εμένα παραμάσχαλα ήταν. Τι πράμα κι αυτό, δύο μέτρα άντρακλας να με κοιτάει και να του βγαίνουν οι βολβοί από τα μάτια έξω… Σκιάχτηκα το καψερό, καλέ… Πήγαινε στη δουλειά της η Φλώρα, στο καμαρίνι κι ο Μιχάλης και όλο να με ψαχουλεύει πριν βγει στην πίστα η γυναίκα… Αν ήταν δυνατόν να μη μου το ‘βγαζε το χέρι του, να μου το άφηνε εκεί, να κάνει και το ντεμπούτο του στην πίστα. Με το ζόρι η χριστιανή βρακωνόταν να πάει να βγάλει το μεροκάματο.

Πώς αλλάζουν οι καιροί, ε; Στην πριν Μιχαλάκη εποχή η Φλωρίτσα ξεβρακωνόταν όταν πήγαινε για το μεροκάματο! Ασχετο και κακό αλλά αληθινό, τι να κάνω και εγώ προσπαθώ να θυμηθώ και τίποτε άλλο, γιατί μπούκωσα με τον Μιχάλη, τον Μιχαλάρα του και τις χερούκλες του τις μακριές και τις ψαχουλιάρικες! Συνεχίζω μη χάσω και τον ειρμό μου, γιατί δεν έχω και πολύ χρόνο, όπου να ’ναι έρχεται ο Μιχαλάκης… πρέπει να κρυφτώ…

Γυρνάγαμε λοιπόν όλοι μαζί στο σπίτι από το «ΣΚΥΛΑΔΙΚΟ VIP» που παρ’ ολίγο να πρωτοεμφανιστώ μαζί με το χέρι του Μιχαλάκη, όπως και προανέφερα, και ξαπλώναμε να ξεραθούμε και να χαλαρώσουμε λίγο.

Ποιος Θανάσης; Ο Μιχαλάκης είχε άλλα σχέδια… Απλωνε τον Μιχαλάρα του θρασύτατα προς το μέρος μου και άρχιζε ο μαραθώνιος, διότι, όπως αντιλαμβάνεστε, τα πράγματα είχαν αγριέψει επικίνδυνα, δεν ήταν μια απλή περίπτωση ο Μιχάλης. Οπου και να κοίταζε η Φλώρα, πάντα σκόνταφτε πάνω στον Μιχαλάρα ή στη χερούκλα του Μιχάλη. Και σαν να μην έφτανε αυτό, η όλη υπόθεση τελειωμό δεν είχε. Είπαμε, μαραθώνιος … Ξεκίναγε ο Μιχάλης κατά τις 6 το πρωί και τελείωνε πάντα μετά τις 12 το μεσημέρι.

Κάντε το εικόνα, σας παρακαλώ, επιστρατεύστε τη φαντασία σας. Κάθε ημέρα, κάθε νύχτα, σε κάθε ξεμονάχιασμα να καραδοκεί πανέτοιμος και αργοπορητός ο Μιχαλάρας του Μιχάλη. Ημαρτον, Παναγία μου, δεν είχε καμία τσέπη να τον κρύψει, να ησυχάσω λίγο επιτέλους; Τι ταλαιπωρία τράβαγα δεν περιγράφεται, άσε που είχα πρηστεί χειρότερα από τον Φλωρινιώτη στην τελευταία έγχυση. Τουμπάνιασα, καλέ, και τσούζω κι όλα, και να ’χω και αυτή την ηλίθια τη Φλώρα να μη με καταλαβαίνει καθόλου. Μα καλά, τι άλλο περιμένεις, κοπέλα μου, για να καταλάβεις ότι θα μας στείλει στον τάφο αυτός; Ζήτημα χρόνου είναι ακόμα να το εμπεδώσεις; Χτες δεν μπορούσες να κάτσεις, σήμερα ζαλίζεσαι, εμ, έχεις και κάνα μήνα να φας κανονικά, εγώ είμαι σε μαύρο χάλι, πρήστηκα, κοκκίνισα, τσούζω και θέλω πάγο και ρεπό, το καταλαβαίνεις;

Το καταλάβαινε, δεν το καταλάβαινε, τι να του έλεγε; «Αγάπη μου, με ξεπάτωσες και περπατάω και κουτουλάω στα ντουβάρια από την αϋπνία και την εξάντληση;» Εκανε και εκείνη υπομονή, αρχή είναι ακόμα, έλεγε, σε λίγο καιρό θα ηρεμήσουν τα πράγματα. Σε πόσο καιρό, δηλαδή, Φλώρα μου, περιμένεις να ηρεμήσουν τα πράγματα του Μιχαλάκη, γιατί αυτός θα ηρεμήσει μόνο όταν μας στείλει για φράουλες και πάρει τη θέση μας το επόμενο θύμα. Δεν τον βλέπεις τον νταβραντάκουλα που δεν έχει ησυχία; Αν δεν σε στείλει, δεν θα ησυχάσει, τέλος !

Είχα πάθει φοβία, αυτός δεν ξεκόλλαγε από το σπίτι, είχε κουβαλήσει κι όλα, παντούφλες, οδοντόκρεμες, σώβρακα και κοστούμια στο διαμέρισμα της Φλώρας, και ένα βράδυ που ’βρεχε εκπλήξεις, άνοιξε το κουτάκι του και πέταξε τον τσιμεντόλιθο «θέλω να σε κάνω γυναίκα μου, είσαι το τέλειο πλάσμα, θέλω να πεθάνω μαζί σου».

Αυτό ήταν, μου ’ρθε ο θάνατος. Τι είπε αυτός; Θέλει να πεθάνει μαζί της; Εγώ τι φταίω που θέλω να πεθάνω τώρα για να γλιτώσω και από τους δυο τους; «Πες όχι» γκάριζα, αλλά κανείς δεν με άκουγε, «πες τουλάχιστον θα το σκεφτώ και φύγε μετανάστης στη Γερμανία πρωί-πρωί», πιάσ’ τον στον ύπνο, μπας και γλιτώσεις τη φάλαγγα του Μιχαλάρα.

Και ματαίως φώναζα, γιατί η Φλώρα του είπε ένα μεγάλο και τρανταχτό «αγάπη μου, και εγώ θέλω να πεθάνω μαζί σου». Ακούς τι λες, μωρή, ή να εξαφανιστώ τώρα να δούμε αν θα σε θέλει αυτός; Ωρε και πήρε θάρρητα ο Μιχαλάκης, ώρε και ένιωσε άντρας, καβαλάρης και επίσημος και έκανε το θαύμα που με έσωσε από σίγουρη αυτοκτονία. Χάρηκε τόσο πολύ ο Μιχάλης από το «ναι» της Φλώρας που θέλησε να της δείξει την ευγνωμοσύνη του με έναν ιδιαίτερο τρόπο.

«Σήμερα θα δεις ποιος είναι πραγματικά ο άντρας σου» της είπε με βλέμμα κανονικού τρελού σε κρίση. «Θα σε προσκυνήσω όπως ποτέ δεν σε προσκύνησε κανένας άλλος, από σήμερα και κάθε μέρα θα σε προσκυνάω γιατί είσαι η Παναγιά μου, είσαι η γυναίκα μου, η μάνα των παιδιών μου». Αυτό ήταν, του σάλεψε κανονικά, πού να πάω; Πώς να φύγω, θα την προσκυνήσει, λέει, τι θα κάνει, δηλαδή; Θα αρχίσει εδώ χάμω τους τεμενάδες; Αμάν, κρίμα το παλικάρι, και δεν του φαινότανε τέτοιο πράμα. Και αμέσως ρίχνει τη Φλώρα στο κρεβάτι, της αφαιρεί τα εσώρουχα και τα ξώρουχα, ανάσκελη η Φλώρα, μπρούμυτα αυτός με τη μούρη του μέσα στα σκέλια της και αρχίζει το προσκύνημα κατά τις 10 το βράδυ.

Η Φλώρα να αλυχτάει με τα αχ και τα βαχ, εγώ να γρατζουνιέμαι από τα αξούριστα γένια του γαμπρού και να πρήζομαι χειρότερα και αυτός να μη λέει να σηκώσει τη μούρη του από τη μούρη μου. Περνάει κάμποση ώρα και δέησε και του έσπρωξε η Φλώρα το κεφάλι, «άσε με να σε προσκυνήσω» γάβγισε αυτός, «πες μου, σ’ έχει προσκυνήσει άλλος έτσι; Πες το μου τώρα, πες το μου, πες το μου» ξεφώνιζε έχοντας όλα τα καλούδια μου στη μούρη του. Τι θέαμα!

Πού να μιλήσει η Φλώρα; Και άντε και να μίλαγε, τι να του πει και τι να του απαντήσει; Η ώρα είχε προχωρήσει αρκετά, και αυτός χωμένος στο χαράκωμα ακόμα την προσκύναγε και, για να μην ξεχνιόμαστε, κάθε τρεις και λίγο ρώταγε ξανά μανά τα ίδια «σ’ έχει προσκυνήσει άλλος έτσι» και τα λοιπά. Η καημένη η Φλώρα σκιάχτηκε για τα καλά, μετά από λίγη ώρα κοιμήθηκε, λιποθύμησε δεν κατάλαβε ακριβώς τι έπαθε. Πάντως απείχε και ευτυχώς απείχε διά παντός.

Εγώ δεν ένιωθα πια ούτε πόνο ούτε χαρά, ούτε συμμετοχή. Απλά ανέμενα την ελευθερία μου, η οποία και αργούσε. Κάπου – κάπου ταρακούναγε ο Μιχάλης με τις χερούκλες του τη Φλώρα και της θύμιζε ότι την προσκυνούσε, και αυτό το έρμο το προσκύνημα διήρκεσε εννιάμισι ολόκληρες ώρες, και ενώ η Φλώρα κατέρρευσε στις 7 και 30 το πρωί ακριβώς, ο Μιχάλης συνέχιζε μέχρι τελικής πτώσεως.

Οπως καταλαβαίνετε, αυτό ήταν και το τελευταίο μου ραντεβού με τον Μιχάλη. Και η αλήθεια είναι ότι όχι, δεν με έχουν ξαναπροσκυνήσει έτσι και ευτυχώς! Η Φλώρα άργησε να συνέλθει, βλέπετε, η μετάλλαξη του Μιχάλη της έπεσε βαριά και απότομα, και εγώ δεν πρόκειται να τον ξεχάσω ποτέ. Αλλά αυτό που σίγουρα αξίζει να θυμάμαι από αυτόν είναι ότι ο «καβαλάρης» όσο καβάλα στ’ άλογο και να είναι, όταν παθιαστεί εύκολα μετατρέπεται σε «προσκυνητή».

ΣΑΣΑ ΣΤΑΜΑΤΗ

{{-PCOUNT-}}42{{-PCOUNT-}}

Ακολουθήστε την Espresso στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ MOBILE APP ΤΗΣ ESPRESSO

ΔΗΜΟΦΙΛΗ