Το διάσημο μωρό που μαγεύτηκε από το σανίδι

Ο Αντώνης Λουδάρος, που έγινε πρώτη είδηση μόλις γεννήθηκε (εξαιτίας του βάρους του), εξηγεί γιατί θέλει να λέει στον κόσμο ωραία παραμύθια.

Οποιος δεν μπορεί να καταλάβει τη σιωπή σου, δεν μπορεί να καταλάβει ούτε τα λόγια σου, είχε πει ο Αγγλος συγγραφέας Tolkien. Ο Αντώνης Λουδάρος όταν επιλέγει τη σιωπή είναι γιατί καταλαβαίνει, γιατί νιώθει, γιατί θέλει να ακούσει. Αλλωστε ο ίδιος δεν φοβάται τη σιωπή, γιατί δεν φοβάται τον εαυτό του. Δεν πνίγει τα «θέλω» του, δεν καταπιέζει το παρελθόν του, δεν έχει πάψει να μαθαίνει τη ζωή, να κάνει όνειρα και να αντιμετωπίζει την πραγματικότητα. Παιδί πολύτεκνης οικογένειας, πέρασε τα παιδικά του χρόνια στη Δάφνη, στη γειτονιά  όπου γεννήθηκε. Ηταν ο Βενιαμίν από τα έξι παιδιά.

Ο μπαμπάς του τορναδόρος και η μητέρα του νοικοκυρά που φρόντιζε για το μεγάλωμα των παιδιών. «Ηταν χαρούμενα χρόνια, ξέγνοιαστα, με πολλή φροντίδα και αγάπη. Ημουν ο μικρότερος από τα αδέλφια μου και όπως ήταν φυσικό, ήμουν το κέντρο της προσοχής. Με πρόσεχαν όλοι και με είχαν μη στάξει και μη βρέξει. Τα παιδικά μου χρόνια τα θυμάμαι γλυκά, με πολύ παιχνίδι στη γειτονιά. Μου άρεσε να κάνω τον μάγειρα, έπαιζα με τις κατσαρόλες, αλλά το καλύτερό μου ήταν το ποδήλατό μου. Το πρώτο μου ποδήλατο που με πήγαινε παντού. Ηταν το “όχημα” για να ανακαλύπτω και να εξερευνώ τον κόσμο. Για ένα παιδί, ένα τετράγωνο να ανακαλύψει, του φαίνεται μεγάλο κατόρθωμα. Το μυαλό ταξιδεύει».

Ετσι σκαρφιζόταν τις ιστορίες του ο Αντώνης Λουδάρος, όταν ακόμη καλά-καλά δεν γνώριζε τι σημαίνει μέλλον. Ησυχο παιδί, δεν δημιούργησε ποτέ πρόβλημα στους γονείς του. «Δεν ήμουν άτακτος και πάντα όταν έκανα κάτι, όπως, για παράδειγμα, να σπάσω κατά λάθος κάτι στο σπίτι, πάντα έπαιρνα την ευθύνη. Δεν κρυβόμουν, είχα την αίσθηση του δικαίου από παιδί. Οι γονείς μου δεν ήταν αυστηροί. Ο,τι είχα ανάγκη μου το έδιναν, πρόσφεραν και σε μένα και στα αδέλφια μου απλόχερα την αγκαλιά τους, τη συμβουλή τους, χωρίς γκρίνιες. Οταν τους είπα ότι θέλω να ασχοληθώ με την υποκριτική, το συζήτησαν γλυκά μαζί μου. Μου είπαν να κάνω αυτό που μου αρέσει». Αν και μικρός έλεγε πως όταν μεγαλώσει ήθελε να γίνει φούρναρης, φωτογράφος, δάσκαλος, γρήγορα κατάλαβε τι ήταν αυτό που θα τον έκανε ευτυχισμένο. Ποιος θα ήταν ο δρόμος που θα ακολουθούσε… Η αφορμή ήταν μια θεατρική παράσταση για την 25η Μαρτίου. «Στο Δημοτικό ο δάσκαλος μου είχε δώσει έναν ρόλο και αυτό μου άρεσε πολύ. Ολοι έλεγαν στη μάνα μου ότι ο γιος σου θα γίνει ηθοποιός. Το άκουγα και μου καλάρεσε. Δεν το έκρυβα, αλλά ούτε το φώναζα ότι το ήθελα. Στο Γυμνάσιο ήθελα πολύ να φτιάξουμε μια θεατρική ομάδα, κάτι που τελικά πραγματοποιήθηκε στο Λύκειο. Ενιωθα καλά, είχα βρει με έναν τρόπο ένα όμορφο παιχνίδι. Γιατί αυτό είναι, ένα παιχνίδι που το μοιράζεσαι με τους φίλους σου. Σαν να είσαι σπίτι σου και να καλείς κόσμο και να παίζετε μαζί ένα παιχνίδι που έχει ενδιαφέρον. Ακόμη αυτό αισθάνομαι με τις παραστάσεις, με τους ρόλους».

Μέτριος μαθητής, «σταθερός του 13», όπως λέει και ο γνωστός ηθοποιός. «Με βοήθησαν οι δάσκαλοί μου πολύ. Δεν με δυσκόλευαν και δεν μου γκρίνιαζαν. Μου έλεγαν να κάνω αυτό που θέλω και να ακολουθήσω την κλίση μου». Ο ίδιος δεν φοβήθηκε ποτέ τη δουλειά. «Για να βγάζω το χαρτζιλίκι μου και να νιώθω και λίγο ανεξάρτητος έχω κάνει κι άλλες δουλειές, πέραν του θεάτρου. Μικρός δούλευα σε κομμωτήριο. Ελουζα τις πελάτισσες, καθάριζα, σκούπιζα το μαγαζί. Στο Λύκειο δούλεψα και σε σουβλατζίδικο». H πρώτη του επαφή με τη… δημοσιότητα ήταν όταν γεννήθηκε! «Είχα γεννηθεί υπέρβαρο μωρό, έξι κιλά και εξακόσια πενήντα γραμμάρια και είχα χορηγό για τον πρώτο χρόνο μια εταιρεία γάλακτος, αλλά εγώ το κατανάλωσα σε έξι μήνες. Απ’ ό,τι μου έλεγε ο πατέρας μου, όταν γεννήθηκα, λόγω του μεγέθους μου το είχαν πει τα ραδιόφωνα και το είχαν γράψει οι εφημερίδες» λέει γελώντας.

Ο Αντώνης Λουδάρος όμως ποτέ δεν έτρεξε ασθμαίνοντας πίσω από τη δημοσιότητα. Γνωρίζοντας με τι θέλει να ασχοληθεί, έδωσε εξετάσεις στη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και πέρασε. Η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων τού έδωσε μεγάλη χαρά, την οποία όμως εκδήλωσε μέσα από τη σιωπή του, όπως λέει: «Βλέπαμε τα αποτελέσματα που είχαν αναρτηθεί κι εγώ είδα ότι είχα περάσει, αλλά ήμουν πολύ ήσυχος και σοβαρός, δεν ζητωκραύγαζα. Μου λένε λοιπόν οι συμμαθητές μου “δεν πειράζει που δεν πέρασες…” “Οχι” τους λέω “πέρασα!” Είχα χαρεί πάρα πολύ μέσα μου, απλώς δεν το εκδήλωσα. Στη σχολή είχα καθηγητές πολύ σημαντικούς ανθρώπους του χώρου. Ψαρρά, Τζόγια, Τσουκαλά, Αρώνη κ.ά. Ημουν ευγνώμων, αλλά δεν ήξερα τι θα μου συμβεί. Ούτε ήξερα τι θα μου ξημέρωνε, αν θα γινόμουν ηθοποιός, αν θα είχα διάρκεια. Εκανα αυτό που ήθελα. Μετά από μια δεκαετία είπα στον εαυτό μου “καλά πας” και μετά από είκοσι πέντε χρόνια στον χώρο λέω “ναι, αυτή είναι η δουλειά μου. Να λέω ιστορίες στον κόσμο, να τους λέω ωραία παραμύθια”» εξηγεί ο ηθοποιός. Το δικό του παραμύθι ζωής πάντως έχει απ’ όλα. Και νεράιδες και καλά ξωτικά και δράκους. «Σίγουρα έχει περιπέτεια, για να έχει αγωνία. Δεν του λείπει τίποτα, έχει ωραίο φως. Εχει και το κακό, έχει και δράκους, αλλά υπάρχουν για να φωτίζεται το καλό. Δεν τους φοβάμαι τους κακούς ήρωες στο παραμύθι της ζωής, στην ίδια τη ζωή».

Η πρώτη φορά στο θεατρικό σανίδι ήταν ένας ρόλος βουβός, τον οποίο ο ηθοποιός τον αντιμετώπισε με μεγάλη σοβαρότητα και ευθύνη. «Ηταν σε μια παράσταση του Μινωτή στην Επίδαυρο, ως μαθητής της σχολής. Βουβά πρόσωπα ήμασταν, κομπάρσοι στρατιώτες. Ετρεμαν τα πόδια μου. Νόμιζα ότι ήταν το τέλος του κόσμου, ότι δεν θα τα καταφέρω. Ενιωθα το βάρος της ευθύνης, γιατί δεν έχει σημασία αν κάνεις τον πρώτο ή τον τελευταίο ρόλο, σημασία έχει να το κάνεις με σεβασμό και ευσυνειδησία. Τότε σκεφτόμουν ακόμη και το χιλιοστό που θα κάνω» θυμάται.

Οι ρόλοι, η επιτυχία, η αναγνώριση ήρθαν ομαλά στη ζωή του. «Τελείωσα τη σχολή, πήρα μέρος σε παραστάσεις του Εθνικού ως βουβό πρόσωπο ή με μικρά ρολάκια και αργότερα ήρθε η συνεργασία με τον Ζυλ Ντασσέν στην “Οπερα της πεντάρας”. Εκεί με είδε ο Κώστας ο Τσιάμος, πέρασα από οντισιόν και πήρα τον ρόλο στη “Μαρία Πενταγιώτισσα” του Μποστ. Η τηλεόραση ήρθε αργά κι έχω κάνει ελάχιστες δουλειές όλα αυτά τα χρόνια. Βλέπω τις επαναλήψεις και με χαροποιεί, γιατί νιώθω ότι για να παίζεται μια σειρά ξανά και ξανά, τη θέλει ο κόσμος. Μακάρι να μπορούσαμε να κάνουμε σίριαλ. Να πω την αλήθεια, δεν με ενοχλεί που παίζονται τουρκικές σειρές. Το έχουμε ξαναπεράσει με τα βραζιλιάνικα. Μόδα είναι, θα περάσει. Αν μου έκαναν πρόταση να συμμετάσχω σε τουρκική παραγωγή και μου άρεσε ο ρόλος, γιατί να μην το έκανα; Επειδή θα ήταν στην Τουρκία; Μα, δεν έχουμε να μοιράσουμε κάτι ως λαοί. Εχουμε πολλά κοινά» εξηγεί ο ηθοποιός.

Τραγουδάει, χορεύει, παίζει. «Πιστεύω ότι ένας ηθοποιός πρέπει να γνωρίζει και χορό. Εχω κάνει και μαθήματα τραγουδιού. Προσπαθώ, το παλεύω, δεν ήθελα ποτέ να μένω στάσιμος. Είμαι χαρούμενος που σε μια τόσο δύσκολη εποχή αμείβονται οι κόποι πολλών ετών. Δόξα τω Θεώ!»

Ο Αντώνης Λουδάρος πρωταγωνιστεί στην επιθεώρηση «Θα σε πάρω να φύγουμε» που ανεβαίνει από τις 15 Μαρτίου στο θέατρο Badminton. Ενα μουσικοχορευτικό θέαμα που αφηγείται την ιστορία της Ελλάδας μέσα από την πορεία της επιθεώρησης. Στο σανίδι παρελαύνουν οι μυθικοί πρωταγωνιστές, οι αμίμητες ατάκες, οι σπουδαίες φωνές, τα αθάνατα τραγούδια, τα λαμπερά θέατρα της χρυσής εποχής της επιθεώρησης. Αλλά και η επικαιρότητα, οι πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές, η αστικοποίηση, η μοίρα της Ελλάδας – πάντα με χιούμορ και σατιρική διάθεση. «Είναι μια σπουδαία δουλειά, με 35μελή θίασο από γνωστούς ηθοποιούς, τραγουδιστές, μουσικούς και χορευτές, σε σκηνοθεσία και χορογραφίες του Φωκά Ευαγγελινού. Τα κείμενα είναι του Αγγελου Πυριόχου που έχει κάνει εξαιρετική δουλειά και η μουσική του Γιώργου Κατσαρού, ο οποίος διευθύνει και τη ζωντανή ορχήστρα. Βάζουμε τα καλά μας, βάζουμε τα δυνατά μας όλοι για να βγει ένα άρτιο, ένα όμορφο αποτέλεσμα που θα αρέσει στον κόσμο» λέει με ενθουσιασμό.

Ανθρωπος χαμηλών τόνων, ο Αντώνης Λουδάρος δεν θέλει να προβάλλει την προσωπική του ζωή. «Δεν βρίσκω κανέναν λόγο να το κάνω. Ο έρωτας στη ζωή μας είναι σαν παυσίπονο, σαν αναλγητικό της ζωής, ανακουφίζει από τον πόνο. Δεν είναι μόνο κομφετί η ζωή, έχει και δυσκολίες και χρειαζόμαστε συντρόφους να μας καταλαβαίνουν, να είναι κοντά μας. Ναι, έχω παραδεχθεί ότι έχω συγχωρήσει την απιστία και ότι κι εγώ έχω απιστήσει. Θα ήταν υποκριτικό να υποστήριζα το αντίθετο και στη ζωή μου δεν υποκρίνομαι. Εχω φάει κέρατο, αυτά είναι μέσα στη ζωή. Μαθαίνεις και προχωράς. Περνάω μια πολύ όμορφη και δημιουργική περίοδο. Εχω τη δουλειά μου, στα προσωπικά μου είμαι πολύ καλά, έχω τους φίλους μου, ανθρώπους που αγαπώ. Ναι, είμαι ευτυχισμένος» εξομολογείται.

ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ

1. Συμμετέχει στην κινηματογραφική ταινία «Ο Ακάλυπτος», με τον Πέτρο Φιλιππίδη στον ομώνυμο ρόλο.

2. Αυτό που δεν γνωρίζουμε για τον Αντώνη Λουδάρο είναι ότι: «Είμαι γερό σκαρί»

3. «Παλαιότερα, σε κάποιες δύσκολες επαγγελματικές στιγμές είχα πει ότι θα τα παρατήσω. Τώρα λέω “με τίποτα δεν τα παρατάω”. Εχω αλλάξει».

4. «Εχω φίλους από τον χώρο, όχι όμως πολλούς, αλλά είναι φιλαράκια ζωής». 5. «Δεν θέλω τα πολλά λόγια. Εργα θέλω να βλέπω. Κι έμενα δεν μου αρέσει να λέω πολλά, να κάνω θέλω».

6. «Αν υποθετικά μου έκαναν πρόταση να ασχοληθώ με την πολιτική, θα απαντούσα υποθετικά, γιατί δεν είναι στόχος μου, ότι αν υπήρχε κάτι που θα με έπειθε, να πίστευα σε αυτό, θα το έκανα για να βοηθήσω. Πεπεισμένος όμως είμαι ότι χρειαζόμαστε νέους ανθρώπους με όρεξη για δουλειά».

7. Σε ποιον θα έλεγε «θα σε πάρω να φύγουμε»; «Θα έλεγα να τους πάρετε να φύγουν. Ολους αυτούς που μας έφεραν σε αυτή την κατάσταση. Που ευθύνονται γι’ αυτά που συμβαίνουν, τους πολιτικούς δηλαδή. Αρκετά βάσανα έχει αυτή η χώρα».

8. Αν ήταν αόρατος για μία μέρα: «Θα άλλαζα όλες τις συμβάσεις του ΔΝΤ!»

9. «Θα ήθελα να έχω ένα χώρο και να έρχονταν οι φίλοι μου να τους μαγειρεύω. Μου αρέσει η συναναστροφή, να είμαι με φίλους, να υπάρχει ζεστασιά, αγκαλιά, φροντίδα».

Ο θάνατος της μητέρας του και η υιοθεσία

Η ανατροπή στη ζωή του ήρθε στα έντεκά του χρόνια με τον θάνατο της μητέρας του. «Ημουν μικρός όταν έχασα τη μητέρα μου. Ηταν δύσκολο, από πολλές απόψεις. Είχα μάθει μέχρι τότε να μεγαλώνω στο σπίτι μου με μια μεγάλη οικογένεια και πήγα να μείνω στις θείες μου. Τώρα βέβαια που έχουν περάσει τα χρόνια και το συζητάω, το βλέπω αλλιώς. Με μια μεγάλη απώλεια αλλάζει η ζωή σου, αλλά ταυτόχρονα παίρνεις και ένα μεγάλο δώρο από τον Θεό, για να σε κάνει να σταθείς στα πόδια σου, να δεις τι θα κάνεις, να προχωρήσεις παρακάτω. Με υιοθέτησε η θεία μου και είναι μεγάλη μου τιμή. Θέλει θάρρος, ψυχή, ωριμότητα για να κάνεις κάτι τέτοιο. Δεν το πρόβαλα προς τα έξω, γιατί δεν θεωρούσα ότι υπάρχει κανένας λόγος. Μακάρι να μπορούσαμε όλοι να κάνουμε κάτι καλό για τους συνανθρώπους μας. Μακάρι να μπορούσα να το κάνω κι εγώ. Να υιοθετήσω ένα παιδί που θα είχε ανάγκη, αλλά δεν μας βοηθάει η χώρα. Ενα ζευγάρι για να υιοθετήσει ένα παιδάκι θα πρέπει να περάσει από σαράντα κύματα. Θα ήθελα να έχω μια μεγάλη οικογένεια, να έχω τα βιολογικά παιδιά μου, αλλά να μπορούσα να υιοθετήσω. Ισως γιατί προέρχομαι από μεγάλη οικογένεια, έχω στο μυαλό μου και μια μεγάλη δική μου οικογένεια. Θα μπορούσα να είμαι για πολλά παιδιά ο πατέρας, ο φίλος, ο δάσκαλος, που είναι μεγάλη ευθύνη, αλλά δεν φοβάμαι να παίρνω ευθύνες».

ΡΑΝΙΑ ΤΡΑΓΟΜΑΛΛΟΥ

{{-PCOUNT-}}24{{-PCOUNT-}}

Ακολουθήστε την Espresso στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ MOBILE APP ΤΗΣ ESPRESSO

ΔΗΜΟΦΙΛΗ