Η «Espresso» βρήκε την πύλη για τον Άδη και ήπιε από το «αθάνατο νερό» στον ποταμό των θρήνων!
- Από τη Μαρία Ανδρέου
Σε μια αποστολή διαφορετική από τις υπόλοιπες βρέθηκε η «Espresso», το Σαββατοκύριακο 9 και 10 Μαΐου, διαβαίνοντας το Νεκρομαντείο του Αχέροντα και τον «ποταμό των θρήνων».
Η βαρκάδα με τον Χάροντα, το αθάνατο νερό, οι πύλες του Κάτω Κόσμου, η γυναίκα του Άδη, η Περσεφόνη, οι ήρωες της ελληνικής μυθολογίας που κατέβηκαν στον κόσμο των νεκρών ήταν πάντα στο τραπέζι των συσκέψεων και μέσα στις μελλοντικές αποστολές μας.
Τα τελευταία χρόνια, άλλωστε, το Νεκρομαντείο του Αχέροντα είναι στο Top-10 των πιο επισκέψιμων αρχαιολογικών χώρων στην Ελλάδα, μετά την Ακρόπολη, την Αρχαία Ολυμπία, την Επίδαυρο, το Μαντείο των Δελφών, την Κνωσό, ενώ ανεβαίνει παγκοσμίως στις προτιμήσεις των τουριστών που ψάχνουν διαφορετική ενέργεια στους αρχαιολογικούς χώρους, παρασυρμένοι από το πέπλο μυστηρίου γύρω από τον άλλον κόσμο της αρχαιότητας!

Ύστερα από πρόσκληση του δημάρχου της Πάργας Νίκου Ζαχαριά, μιας πόλης που γιορτάζει φέτος 70 χρόνια τουριστικής προσφοράς και που το καλοκαίρι υποδέχεται 70.000 τουρίστες από όλο τον κόσμο, κυρίως από τις σκανδιναβικές χώρες, τη Γαλλία, την Τσεχία, την Ιταλία και τα Βαλκάνια, βρεθήκαμε στο Νεκρομαντείο του Αχέροντα για μια ξενάγηση στον… Άδη και πραγματικά συγκλονιστήκαμε, καθώς ο χώρος ήταν γεμάτος από ξένους αρχαιολόγους, που έμοιαζαν σαν τον κινηματογραφικό Ιντιάνα Τζόουνς, από σχολεία, φοιτητές και τουρίστες από όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης.
Άλλωστε, το Νεκρομαντείο του Αχέροντα δεν είναι τυχαίο. Ο Όμηρος και ο Ηρόδοτος δίνουν για τον ποταμό Αχέροντα και το Νεκρομαντείο ακριβή περιγραφή, καθώς οι αρχαίοι πίστευαν ότι τα ποτάμια, οι σπηλιές, οι λίμνες ήταν η είσοδος στον Κάτω Κόσμο!
Με τον ήλιο να καίει, το βανάκι μας μπήκε στον αύλειο χώρο του αρχαίου Νεκρομαντείου, το οποίο βρίσκεται στο χωριό Μεσοπόταμος του νομού Πρέβεζας, στο σημείο όπου, κατά τον Όμηρο, έσμιγε ο ποταμός Αχέρων με τον Κωκυτό και τον Πυριφλεγέθοντα, στις βορειοδυτικές όχθες της Αχερουσίας λίμνης, η οποία αποτελούσε την είσοδο του κόσμου των ψυχών.

Το Νεκρομαντείο είναι χτισμένο στην κορυφή ενός λόφου, στο οποίο κατέληγαν οι επισκέπτες τα αρχαία χρόνια και μέχρι τα βυζαντινά από το ακρωτήρι του χωριού Αμμουδιά, με την προσδοκία να επικοινωνήσουν με τις ψυχές των αγαπημένων τους προσώπων.
Ο Όμηρος στην «Οδύσσεια» περιγράφει αναλυτικά την περιοχή κατά την κάθοδο του Οδυσσέα στον Άδη. Να τονίσουμε ότι τα μαντεία του αρχαίου κόσμου ήταν αυτά της Δωδώνης, των Δελφών και του Αχέροντα. Έχουν, όμως, διαφορές μεταξύ τους.
Στα δύο πρώτα οι επισκέπτες αιτούνταν από τους ιερείς ή τις ιέρειες χρησμό, δηλαδή πρόβλεψη. Και επειδή η πρόβλεψη ήταν πάντα παρακινδυνευμένη, ήταν πάντα αλληγορική, ώστε να εξηγηθεί κατά το δοκούν.

Αντίθετα, στο Νεκρομαντείο του Αχέροντα δεν έχουμε αίτημα χρησμού, αλλά μυσταγωγία επαφής με είδωλα και ήχους νεκρών και φιλικών συγγενικών προσώπων.
Καταλυτικός για τα μαντεία ήταν ο ρόλος των ιερέων, οι οποίοι επεδίωκαν συζητήσεις με τους επισκέπτες για να γνωρίσουν τις προθέσεις τους και να δώσουν τις ανάλογες απαντήσεις.
Η γλυκύτατη αρχαιολόγος και ξεναγός μας, η Δήμητρα Δρόσου, μας περίμενε στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννη, μέσα στον αρχαιολογικό χώρο του Νεκρομαντείου, για να μας ξεναγήσει στα άδυτα του μαντείου: «Οι ιερείς του Νεκρομαντείου υπέβαλλαν τους επισκέπτες σε ψυχολογικές και σωματικές δοκιμασίες. Η κατασκευή του μαντείου ήταν δαιδαλώδης, καθώς ήταν γεμάτο από σκοτεινές, υγρές αίθουσες, δωμάτια παραμονής, διατροφής, καθαριότητας. Οι επισκέπτες έκαναν ειδική διατροφή με κουκιά, όστρακα και άλλα βότανα, ώστε να θολώνει το μυαλό τους. Πολλοί πάθαιναν δηλητηρίαση, ζάλη, ναυτία. Γενικά, ο οργανισμός ήταν σε αναστάτωση. Οι επισκέπτες λοιπόν έπλεναν σε λουτρό τα χέρια τους με νερό για να ξορκίσουν το κακό και άρχιζαν τις προσευχές μέσα στο σκοτάδι με μικρές λυχνίες, με αποτέλεσμα οι αισθήσεις τους να υπολειτουργούν. Οδηγούσαν με αυτόν τον τρόπο τον εαυτό τους σε κατάσταση παραισθήσεων. Μετά, ο ιερέας περνούσε τον επισκέπτη μέσα από τρεις τοξωτές πύλες, που είχαν σιδερένιες πόρτες και καρφιά, ώστε να ενισχυθεί η αίσθηση του Κάτω Κόσμου. Η τελευταία πύλη ήταν η είσοδος του ιερού, η οποία είχε μια κεντρική αίθουσα, και αριστερά – δεξιά υπήρχαν δωμάτια με δημητριακά, προσφορές, χοές με γάλα, μέλι, κρασί και αίμα θυσιασμένων ζώων, για να εξευμενίσουν τους θεούς του Κάτω Κόσμου».

Και συνεχίζει: «Σε αυτόν τον χώρο, λοιπόν, εμφανίζονταν οι σκιές των νεκρών και μιλούσαν στον επισκέπτη. Για τον τρόπο με τον οποίο γινόταν αυτό υπάρχουν ενδείξεις – βρέθηκαν τροχαλίες, ένα είδος γερανού ανάλογο με αυτόν που χρησιμοποιούνταν στο θέατρο. Ο γερανός έριχνε μπροστά τους κάτι μαριονέτες και ο επισκέπτης πίστευε ότι έβλεπε τους νεκρούς συγγενείς του».
Και προσθέτει με νόημα, κάνοντάς μας να ανατριχιάσουμε: «Στο Νεκρομαντείο του Αχέροντα, για να έχει ο επισκέπτης επαφή με τις ψυχές των νεκρών, έπρεπε να τελέσει προσφορές και να τους δώσει να πιουν αίμα. Αξιοσημείωτη είναι η αναφορά του Ομήρου, σύμφωνα με την οποία η μάνα του Οδυσσέα δεν τον αναγνώρισε, παρά μόνο όταν ήπιε από το αίμα της προσφοράς. Οι ψυχές θεωρούνταν άυλες, σαν σκιές. Τα είδωλα των ψυχών τα ανέβαζαν οι ιερείς με σιδερένιους μοχλούς, με γρανάζια και καστανιέτες από την υπόγεια αίθουσα. Στο τέλος, οι πιστοί αποχωρούσαν από άλλη έξοδο, ώστε να μην έρθουν σε επαφή με τους επόμενους επισκέπτες, εξασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο τη μυστικότητά τους. Οποιαδήποτε μαρτυρία του χρησμού αποτελούσε βλασφημία και οδηγούσε ακόμα και στον θάνατο!»
Τα βήματά μας ανάμεσα σε σκάλες, πεζούλια, βράχια γίνονται πιο γοργά και στις πινακίδες του χώρου διαβάζουμε ότι η Αρχαιολογική Εταιρεία διενήργησε ανασκαφές για πρώτη φορά στον χώρο του Νεκρομαντείου από το 1958 έως το 1977, υπό τον καθηγητή Αρχαιολογίας Σωτήριο Δάκαρη.

Καθισμένη κάτω από ένα κυπαρίσσι, διαβάζω στο βιβλίο που μας έδωσε η αρχαιολόγος ότι, από αρχιτεκτονικής άποψης, το Νεκρομαντείο ταυτίζεται με μεγαλοπρεπές ταφικό μνημείο ή μαυσωλείο της Ανατολής.
Η ώρα όμως για να κατέβουμε την ανηχοϊκή στοά μέσα από μικρή σκάλα, για να βρεθούμε στον… Άδη, έφτασε!
«Ποιοι θνητοί κατέβηκαν στον Άδη;» ακούω την ξεναγό μας να ρωτάει, με μια φοιτήτρια Αρχαιολογίας δίπλα μου να της απαντά: «Ο Οδυσσέας για να πάρει χρησμό από την ψυχή του μάντη Τειρεσία για τον γυρισμό του στην Ιθάκη, ο Ορφέας για να ζητήσει πίσω την αγαπημένη του Ευρυδίκη με όπλο τη λύρα του, ο Ηρακλής κατά τον 12ο άθλο του, που αφορούσε τον Κέρβερο, ο Θησέας για να αρπάξει την Περσεφόνη και να παντρευτεί κόρη θεάς».


Αξιοσημείωτη είναι η ακουστική του χώρου της υπόγειας αίθουσας, που για τους αρχαίους ήταν ο Κάτω Κόσμος. Επ’ αυτού εκπονήθηκε μελέτη 12 ετών από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και, σύμφωνα με αυτήν, στην υπόγεια αίθουσα βασιλεύει απόλυτη ησυχία και ταυτόχρονα ο χρόνος αντήχησης του χώρου είναι εξαιρετικά χαμηλός.
Ο χώρος πράγματι είναι κατασκευασμένος έτσι ώστε να δημιουργεί έντονα ψυχοακουστικά φαινόμενα. Η ακουστικότητα παραπέμπει σε σύγχρονο στούντιο ηχογράφησης που είναι ανηχοϊκό – νεκρική σιωπή…

Η δεύτερη ημέρα της αποστολής μας ήταν στον Αχέροντα ποταμό, η ονομασία του προέρχεται από τη λέξη «άχος», που σημαίνει «ο ποταμός των στεναγμών». Είναι ποτάμι του Κάτω Κόσμου και, μαζί με τον ποταμό Κωκυτό, τον ποταμό των θρήνων, σε αυτούς λάμβαναν χώρα μοιρολόγια. Ξεκινάμε νωρίς το πρωί από τη γραφική Πάργα και, με αλλόκοτο καιρό, σε λίγο φτάνουμε.
Η ξεναγός μας, η Ράνια, «γέννημα θρέμμα» της Πρέβεζας, μας λέει: «Στην αρχαιότητα πίστευαν ότι στον Αχέροντα ο ψυχοπομπός Ερμής παρέδιδε τις ψυχές των νεκρών στον Χάροντα για να καταλήξουν στο βασίλειο του Άδη. Κάθε ψυχή, περνώντας από το πορθμείο του Χάροντα, έπρεπε να δώσει από έναν οβολό (κέρμα) για τη μεταφορά της, ενώ αξιοσημείωτη ήταν η περίπτωση του Μενίππου, τον οποίο αναφέρει ο Λουκιανός ως τον μοναδικό που διέσχισε τον Αχέροντα χωρίς να πληρώσει. Αλλά και ο Σοφοκλής στην “Αντιγόνη” χρησιμοποιεί το όνομα “Αχέρων” ως μετωνυμία του Χάρου. Επίσης, το έργο του Λουκιανού “Νεκρικοί Διάλογοι” αναφέρεται στη μεταφορά των νεκρών στον Άδη από τον Αχέροντα».
Και συνεχίζει: «Στη λίμνη Αχερουσία, στον Αχέροντα ποταμό, πίστευαν ότι υπάρχει και μία από τις εισόδους για τον Άδη. Ο Χάρων, γιος του Ερέβους και της Νύκτας, ήταν ο βαρκάρης που κουβαλούσε τις ψυχές των νεκρών στον Άδη. Στο βάραθρο της Στύγας, στην πύλη του Άδη, βρισκόταν ο φύλακας Κέρβερος, τρικέφαλος σκύλος με ουρά λιονταριού, ενώ τα μαλλιά του ήταν γεμάτα από φίδια. Οι ψυχές λοιπόν παρουσιάζονταν στο δικαστήριο του Άδη, και εκείνος έκρινε τις πράξεις του εκάστοτε νεκρού. Τα Ηλύσια Πεδία αποτελούσαν τον Παράδεισο του Κάτω Κόσμου, τον τελικό προορισμό των ηρώων και των ενάρετων ψυχών. Βρίσκονταν κοντά στις εκβολές του ποταμού και της θάλασσας, και χαρακτηρίζονταν τόπος αιώνιας ευτυχίας και ανάπαυσης. Από την άλλη μεριά, τα Τάρταρα αποτελούσαν τμήμα του Άδη (Κόλαση), ήταν σκοτεινά και βαθιά, μια φυλακή κάτω από τον Άδη, όπου βασανίζονταν οι ασεβείς και βρίσκονταν στα έγκατα της Γης».
Κατανοώ ότι οι περισσότεροι κάτοικοι στην Πάργα ξέρουν την ιστορία του Νεκρομαντείου απέξω και ανακατωτά. Είναι, πλέον, μέρος της παράδοσής τους.

Τελευταία δραστηριότητά μας ήταν η βαρκάδα στον Αχέροντα. Μπαίνοντας στη βάρκα, ο βαρκάρης μάς δίνει έναν κουβά με νερό και μου λέει με νόημα: «Αυτό είναι το αθάνατο νερό»!
«Το αθάνατο νερό είναι ένα μυθικό στοιχείο της λαϊκής παράδοσης, που θεωρείται ότι χαρίζει αθανασία, θεραπεύει ανίατες ασθένειες και ανασταίνει τους νεκρούς. Συχνά συνδέεται με τα νερά της Στυγός, στον Αχέροντα. Στο ποτάμι βάφτισε τον Αχιλλέα η μητέρα του, η Θέτιδα, και έγινε άτρωτος και αθάνατος, εκτός από τη φτέρνα του, που δεν βράχηκε, όπου τον βρήκε το θανατηφόρο βέλος του Πάρη στην Τροία» λέει ο καπετάνιος μας και μας βγάζει λίγο προς τη θάλασσα, με τις μηχανές να αγκομαχούν από το κύμα.
Για το τέλος της βόλτας μας κρατά το καλύτερο. «Ο μύθος της Περσεφόνης, κόρης της Δήμητρας και του Δία, αφορά την αρπαγή της από τον Άδη (Πλούτωνας) ενώ μάζευε λουλούδια, γεγονός που προκάλεσε το πένθος της μητέρας της και τη δημιουργία των εποχών. Η Περσεφόνη μοιράζει τον χρόνο της ανάμεσα στον Κάτω Κόσμο και στη Γη, συμβολίζοντας τον κύκλο της βλάστησης. Τώρα που έχουμε άνοιξη, η Περσεφόνη είναι μαζί μας στον Άνω Κόσμο» λέει και μας κλείνει πονηρά το μάτι.
