«Θεωρώ τον Τσιτσάνη δεύτερο πατέρα μου»

Η Χαρούλα Λαμπράκη μιλάει για τα παιδικά χρόνια της, θυμάται τις συνεργασίες της με καλλιτέχνες ιερά τέρατα και «καρφώνει» τραγουδιστές της σημερινής εποχής

Η Χαρούλα Λαμπράκη μιλάει για τα παιδικά χρόνια της, θυμάται τις συνεργασίες της με καλλιτέχνες ιερά τέρατα και «καρφώνει» τραγουδιστές της σημερινής εποχής

ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΛΚΙΝΟΟ ΜΠΟΥΝΙΑ 

«Δεν ρωτώ ποια είσαι», «Απόψε στις ακρογιαλιές», «Με παρέσυρε το ρέμα». Η Χαρούλα Λαμπράκη είναι η πρώτη διδάξασα στις μεγαλύτερες επιτυχίες του Βασίλη Τσιτσάνη, του μεγάλου συνθέτη μας, με τον οποίο βρέθηκε πολλά χρόνια στο πάλκο και ήταν για εκείνη ο καλλιτεχνικός πατέρας της.Η σπουδαία ερμηνεύτρια -από τις τελευταίες, εν ζωή, της λεγόμενης θρυλικής εποχής του λαϊκού τραγουδιού- μας υποδέχτηκε στο όμορφο διαμέρισμά της, στην Καλλιθέα.

Σε έναν καλαίσθητο χώρο, με βαριά έπιπλα, πίνακες ζωγραφικής και φωτιστικά, όλα δείγματα μια άλλης, κλασικής εποχής, που τα πράγματα αλλά και οι άνθρωποι είχαν άλλη αξία, διέθεταν μια αρχοντιά.

«Στη θέση του καναπέ που είσαι καθόταν και ο Μανόλης Αγγελόπουλος» αναφέρει λίγο μετά το καλωσόρισμα η οικοδέσποινα, που μόλις είχε φτιάξει ελληνικό καφέ και τον είχε σερβίρει με τα χεράκια της. Εξω, στο μεγάλο μπαλκόνι, η φθινοπωρινή βροχή χτυπά δυνατά το τζάμι. Η Χαρούλα -που δεν το κρύβει ότι είναι τοπικίστρια- την… οικειοποιείται, λέγοντας ότι τις τελευταίες μέρες η βροχή ξεκινά από τα δυτικά, στον νομό Ηλείας, στα μέρη όπου γεννήθηκε. Μοιραία, η συζήτηση αρχίζει από τα ανέμελα παιδικά της χρόνια στο αγαπημένο της χωριό.

«Γεννήθηκα στον Κακόβατο, που είναι κοντά στη Ζαχάρω. Είμαστε τρεις αδελφές, εγώ η πιο μικρή. Ο πατέρας και η μητέρα, φτωχοί άνθρωποι, δούλευαν στα χωράφια για να μας συντηρήσουν. Μέχρι τα δεκαπέντε μου, όταν και ήρθα στην Αθήνα, ήμουν στο χωριό. Μέχρι τη δ’ γυμνασίου πήγαινα κι ερχόμουν με τα πόδια στη Ζαχάρω, όπου ήταν το σχολείο, περπατώντας ανάμεσα στις γραμμές του τρένου. Ενας από τους καθηγητές μας, αυτός των Νέων Ελληνικών, είχε αντιληφθεί ότι τραγουδούσα και μου έλεγε ότι πρέπει να γίνω τραγουδίστρια.

Η αλήθεια είναι ότι και οι δύο γονείς μου τραγουδούσαν πολύ καλά διάφορα παραδοσιακά κομμάτια κι από αυτούς διδάχτηκα. Θυμάμαι τον πατέρα μου να με έχει στα γόνατά του και να μου τραγουδάει το “Να ‘ταν τα νιάτα δυο φορές”. Ετσι, από πέντε χρόνων άρχισα να λέω ότι θα γίνω τραγουδίστρια κι επειδή δεν μπορούσα ακόμη να το πω καλά, έλεγα ότι θα γίνω… γιδίστρια» θυμάται με νοσταλγία και προσθέτει ότι στα 15 της ήρθε στην πρωτεύουσα κι έμεινε σε μια θεία της, στα Σεπόλια, με σκοπό να τελειώσει τις τελευταίες δύο τάξεις του οκτατάξιου γυμνασίου. «Στόχος μου ήταν αρχικά να γίνω φιλόλογος και μετά να δω τι θα γίνει με το τραγούδι. Ωστόσο, η θεία μου γνώριζε τη μητέρα του Μπάμπη Μπακάλη κι εγώ της ζητούσα επίμονα να της μιλήσει για μένα, να πάω να με ακούσει ο γιος της.

Πράγματι, πήγα με τη σχολική ποδιά στα θρυλικά στούντιο της Columbia και με άκουσε ο Μπακάλης. Με έβαλε να κάνω σεκόντο στον Βαγγέλη Περπινιάδη, που εκείνη την ώρα ήταν στο στούντιο, και του άρεσα. Ετσι, άρχισα να τραγουδάω με τον Μπακάλη, που έγινε… νονός μου, αφού αυτός μου άλλαξε το όνομα από Χαρά Λαμπροπούλου σε Χαρούλα Λαμπράκη. Βέβαια, το συμβόλαιο που υπέγραψα τότε, μαθήτρια ούσα, με τον Τάκη Λαμπρόπουλο ήταν μονομερές. Το υπέγραψα τυφλά, γιατί όλα ήταν υπέρ της εταιρίας, αφού δεν είχα δικαίωμα να παίρνω ποσοστά» αποκαλύπτει.

Τα πρώτα σουξέ που έβγαλε, ενώ ήταν ακόμη μαθήτρια, είναι τα κλασικά κομμάτια του Απόστολου Καλδάρα «Αν υπάρχουνε αγάπες» και «Τα καλά όλου του κόσμου». Στη δισκογραφία της συμπεριλαμβάνονται επίσης μεγάλες επιτυχίες, όπως είναι τα τραγούδια «Μου τηλεφωνήσαν και μου είπανε» του Τάκη Σούκα, «Βαρέθηκα τα σούξου μούξου του» του Τάκη Μουσαφίρη, «Μάθε πρώτα να αγαπάς» του Νίκου Δαλέζιου και «Σταυραετός» του Μίμη Πλέσσα.

Πώς ήταν η συνεργασία σου με τους συναδέλφους σου; Είχες προβλήματα;

Ηταν καλή και ξέρεις γιατί; Γίνομαι φίλη με όλους τους συναδέλφους. Είμαι τυχερή, γιατί γεννήθηκα σε μια εποχή όπου μεσουρανούσαν τα ιερά τέρατα του τραγουδιού και θήτευσα δίπλα τους.

Από τους τραγουδιστές με τους οποίους δούλεψες ποιους ξεχωρίζεις, με κριτήριο τη σχέση σας πίσω από τα φώτα;

Δεν έχω δουλέψει με πάρα πολλούς τραγουδιστές. Ξέρεις, τότε δεν δουλεύαμε με έναν συνάδελφο για μία σεζόν. Καθόμασταν τρία, τέσσερα και πέντε χρόνια. Δεν έχω αλλάξει πολλούς, αλλά έχω δουλέψει με τα μεγαλύτερα ονόματα. Καθένας ξεχώριζε για το ιδιαίτερο στιλ του. Αυτοί που μου έχουν μείνει είναι ο Πάνος Γαβαλάς και ο Μανόλης Αγγελόπουλος. Ο Γαβαλάς έλεγε τα αστεία του και ο Αγγελόπουλος… δεν μπορώ να σου περιγράψω. Ηταν έξω καρδιά! Ερχόταν στο σπίτι μου και καθόταν εδώ στον καναπέ που κάθεσαι εσύ. Τι να σου πω! Είχε μια καρδιά περιβόλι. Κι ο Διονυσίου, δεν μπορώ να πω. Ομως ο Στράτος ήταν και λίγο κουμπωμένος, δεν έλεγε πολλά-πολλά, όχι μόνο σε μένα, σε όλους. Αυτούς τους ανθρώπους τους λάτρεψα και με λάτρεψαν κι εκείνοι πάρα πολύ.

Από γυναίκες τραγουδίστριες;

Η Γιώτα Λύδια, που υπεραγαπώ κι εκείνη με αγαπάει πολύ. Τη θεωρώ την top τραγουδίστρια της γενιάς της. Oμως δεν δούλεψα με πολλές γυναίκες και με αυτές που δούλεψα δεν ήταν ακόμη γνωστές. Ας πούμε στο Can Can, στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και αρχές της δεκαετίας του ’70, που τραγουδούσα με τον Στράτο Διονυσίου και τον Τόλη Βοσκόπουλο, ήταν στο ίδιο πρόγραμμα η Χάρις Αλεξίου, η Πίτσα Παπαδοπούλου και η Ρένα Κουμιώτη, που, όμως, ακόμη δεν είχαν γίνει φίρμες.

Τότε ο Τόλης Βοσκόπουλος ήταν τόσο λαμπερός στην πίστα όσο τον γνωρίσαμε στη συνέχεια;

Τον θυμάμαι το 1972, σε ένα σχήμα στο Can Can, όπου όλοι και όλες που τραγουδούσαμε μαζί του τον χαζεύαμε από τα παρασκήνια, όταν εμφανιζόταν. Το γκελ του ήταν μοναδικό. Κατέβαινε από μια σκάλα που υπήρχε στην πίστα και, αν και ο Τόλης δεν είναι τόσο ψηλός, μόλις έπεφτε πάνω του ο προβολέας έβγαζε μια εκτυφλωτική λάμψη και φαινόταν τεράστιος. Δεν θα την ξεχάσω ποτέ αυτή τη σκηνή.

Πώς ήταν οι σχέσεις σου με τον Βασίλη Τσιτσάνη;

Με λάτρευε και τον λάτρευα, μέχρι το τέλος της ζωής του. Με τον Τσιτσάνη τραγουδούσαμε τα καλοκαίρια στην παραλία, στο Πανόραμα, μαζί με τον μπαρμπα-Γιάννη τον Παπαϊωάννου. Τον χειμώνα πήγαινε στο Χάραμα, μαζί με τη Σωτηρία Μπέλλου. Εχω ζήσει μαζί του ατελείωτες χαρές κι επιτυχίες. Πήγαινα στο σπίτι του, στην Αχαρνών, και μετά στο άλλο, στη Γλυφάδα, όπου είχε ένα στουντιάκι, και κάναμε πρόβες. Οταν ήταν εκεί, δεν ήθελε να τον ενοχλεί κανείς. Είχα καλές σχέσεις με τη γυναίκα του, την κυρα-Ζωή, αλλά και με τα παιδιά του, τη Βικτωρία και τον Κωστάκη, που ήμασταν κοντά στην ηλικία. Τα αγαπούσα πολύ και με αγαπούσαν κι εκείνα. Τον Τσιτσάνη τον θεωρώ δεύτερο πατέρα μου. Κυριολεκτικά μου φέρθηκε σαν πατέρας. Και στο πάλκο και στη ζωή μου. Ηταν πολύ προστατευτικός και στοργικός μαζί μου. Τον λάτρευα και με λάτρευε μέχρι το τέλος της ζωής του. Με αποκαλούσε «Νινί», ενώ εκείνον ήθελε να τον φωνάζουνε «Τσίλα». Θυμάμαι που μου έλεγε κατά καιρούς: «Νινί, θέλω να πάμε στην Αμερική να τραγουδήσουμε». Του απαντούσα: «Ναι, να πάμε, κανόνισέ το». Τελικά δεν πήγαμε ποτέ, γιατί μετά αρρώστησε κιόλας. Αν πήγαινε ο Τσιτσάνης μια φορά στην Αμερική, θα γινόταν παγκόσμιος χαλασμός!

Είχε κάποιο παράπονο ο Τσιτσάνης;

Κοίτα, ίσως λόγω του νεαρού της ηλικίας μου, όταν πήγαινα να ανοίξω σοβαρή συζήτηση, μου έλεγε: «Ασ’ τα αυτά, δεν είναι για σένα, είσαι μικρή ακόμη. Εσύ τη δουλειά σου κι έτσι όπως περπατάς». Θέλω να πω ότι σ’ εμένα δεν έλεγε τα παράπονά του. Εκτός από μια φορά, στη δεκαετία του ’70, που με παίρνει τηλέφωνο η κυρα-Ζωή και μου λέει: «Χαρούλα μου, ο Τσίλας είναι στο νοσοκομείο». Τη ρωτάω τι έπαθε και μου απαντάει: «Κάτι έπαθε με την καρδιά του». Τρέχω του σκοτωμού στον Ευαγγελισμό και τον βρίσκω σε ένα δωμάτιο μόνο του. Του λέω: «Τι έπαθες και γιατί δεν παίρνεις ένα τηλέφωνο να έρθω;» Εκεί είδα τον Τσιτσάνη να δακρύζει. Μου λέει: «Να σου πω κάτι, Νινί, δεν ήρθε κανένας να με δει». Αυτό ήταν το μοναδικό του παράπονο και το έκανε με πολύ ευγενή τρόπο.

Ποια ήταν τα ιδιαίτερα στοιχεία του χαρακτήρα του;

Είχε μια αδιόρατη μελαγχολία στο πρόσωπό του και τα μάτια του ήταν πάντα υγρά. Οταν τον ρωτούσες τι έχει, σου απαντούσε «τίποτα», με εκείνον τον μαλακό τόνο της φωνής του, που νόμιζες ότι θα κλάψει. Ξέρεις, ο Τσιτσάνης δεν είχε την έπαρση των άλλων καλλιτεχνών. Οταν ήμασταν πάνω στο πάλκο -ο Τσιτσάνης, ο Παπαϊωάννου κι εγώ- και μας καταχειροκροτούσε ο κόσμος, εκείνος έκανε ένα διακριτικό νεύμα ευχαριστίας κι έφευγε. Αντίθετα, ο επίσης πολυαγαπημένος μπαρμπα-Γιάννης, ο Παπαϊωάννου, έλεγε στον κόσμο «γεια σας, παιδιά», ήταν άλλος τύπος, ομιλητικός, ωραίος κι αυτός.

Από συνθέτες έχεις συνεργαστεί και με έναν άλλον μεγάλο, τον Ακη Πάνου…

Το μυαλό του ήταν πολύ μπροστά. Καθόμασταν, μου μιλούσε και, επειδή ήξερα τον χαρακτήρα του, δεν έλεγα τίποτα. Κάποια στιγμή με ρωτούσε: «Δεν θα πεις τίποτα;» «Ε, τα είπες όλα εσύ» του απαντούσα. Βέβαια, είχε ένα απαράδεκτο τέλος, δεν το συζητώ. Πρόσφερε πάρα πολλά στο λαϊκό τραγούδι – και όχι μόνο με τις σπουδαίες μουσικές του και τους πολύ προχωρημένους στίχους του.

Εσύ τι χαρακτήρας είσαι;

Παλιοχαρακτήρας (γέλια). Θα έλεγα ότι είμαι άνθρωπος χαμηλών τόνων. Είμαι πάντα η Χαρούλα που γνώρισαν οι χωριανοί μου, όταν ήμουνα κοριτσάκι. Ακόμη και τώρα, που πάω στο χωριό μου, τρέχω ξυπόλυτη στην άμμο. Η δουλειά αυτή και οι επιτυχίες που έκανα, αν τις έκανα -το λέω αυτό γιατί ο κόσμος το ξέρει αν έκανα επιτυχία, δεν θα το κρίνω εγώ-, δεν με άλλαξαν. Και γιατί να με αλλάξουν; Βλέπω σήμερα στην τηλεόραση κάτι κοριτσάκια, είτε τραγουδίστριες είτε παρουσιάστριες, που σου λένε «εγώ είμαι», «εγώ» κι «εγώ». Αυτό με ενοχλεί, γιατί όλα αυτά τα νέα παιδιά της λεγόμενης σοουμπίζ νομίζουν ότι κάτι είναι, ενώ δεν είναι τίποτα. Ο χρόνος και ο κόσμος σε καταξιώνουν.

Οι νέοι τραγουδιστές και τραγουδίστριες;

Εγώ θα έλεγα ότι είναι ρομπότ. Κι αυτό γιατί τα τραγούδια τους γράφονται και τραγουδιούνται με αυτοματοποιημένο τρόπο. Μοιάζουν τόσο πολύ μεταξύ τους, που δεν τους αναγνωρίζεις. Ασε που κάποιοι σου θυμίζουν παλιούς μεγάλους τραγουδιστές, αλλά στο κακέκτυπό τους. Για τους στίχους, δεν το συζητώ, είναι πολύ ρηχοί. Οι τελευταίοι καλοί και ξεχωριστοί τραγουδιστές που βγήκαν και άφησαν το στίγμα τους ήταν πριν από 20 και βάλε χρόνια, όπως είναι ο Πασχάλης Τερζής, ο Βασίλης Καρράς, ο Νότης Σφακιανάκης. Από κει και πέρα το χάος.

Την εποχή αυτή βγήκε και η Νατάσα Θεοδωρίδου.

Ναι, είναι σωστή τραγουδίστρια, αλλά η φωνή της δεν έχει το κάτι που να με ξεσηκώνει, να πω «Παναγία μου, πες, κοπέλα μου, κι άλλο να σε ακούσω».

Η Δέσποινα Βανδή;

Δεν είναι του στιλ μου. Μπορεί να είναι σωστή τραγουδίστρια, αλλά… τσιρίζει!

Ο Αντώνης Ρέμος;

Σωστός τραγουδιστής, αλλά κι αυτός, όπως η Βανδή, δεν τραγουδάνε με την ψυχή τους. Το «αχ» που λέμε δεν βγαίνει από μέσα τους, είναι φτιαχτό. Είναι δημιουργήματα μιας ηλεκτρονικής εποχής, με τα γνωστά κυκλώματα που κινούν τα νήματα, διαπλεκόμενους θα τους έλεγα, με τις δημόσιες σχέσεις τους, είναι συνήθως οι αγαπημένοι των καναλιών, συμμετέχουν σε μουσικά τηλεπαιχνίδια ως παρουσιαστές ή κριτές και τα λοιπά.

Για τον Σάκη Ρουβά τι έχεις να πεις; Τραγούδησε και Μίκη Θεοδωράκη.

Εμένα ο Ρουβάς δεν με αφορά ως τραγουδιστής. Αφού κατάφερε κι έφτασε ως εδώ, μπράβο του. Δεν έχω να πω τίποτα, όποιος κατάλαβε κατάλαβε. Οσο για το θέμα του Θεοδωράκη, σε παρακαλώ, μην το αναφέρεις, είναι ιεροσυλία.

Η Αννα Βίσση πώς σου φαίνεται;

Η Βίσση ανήκει αλλού. Ξεκίνησε το 1975 από τις μπουάτ, αλλά, όταν έσμιξε με τον Καρβέλα, επέλεξε έναν άλλον δρόμο, πιο μοντέρνο, τον οποίο, όμως, θα πρέπει να πω ότι τον υπηρετεί σωστά. Πάντως, σε μένα προσωπικά, η Βίσση μου αρέσει στο «Δώδεκα».

Τη Χαρούλα Αλεξίου, που την ξέρεις από τα πρώτα βήματά της, πώς τη βλέπεις σήμερα;

Μεγάλη τραγουδίστρια! Δεν πρόδωσε ποτέ το στιλ της. Οπως και η Γαλάνη, στο δικό της στιλ είναι σπουδαία. Επίσης η Πρωτοψάλτη έχει μεγάλη φωνή σε αυτά που λέει, τύπου «Βενζινάδικο». Δεν την έχω ακούσει σε λαϊκά τραγούδια, για να πω αν μου αρέσει.

Πώς σχολιάζεις το γεγονός ότι κάποιοι καλλιτέχνες, οι οποίοι προέρχονται από άλλον μουσικό χώρο, τραγούδησαν κομμάτια του Τσιτσάνη και μάλιστα σε CD;

Ναι, είναι μια κατηγορία που εκμεταλλεύτηκε και εκμεταλλεύεται τόσο πολύ το όνομα του Τσιτσάνη, για εμπορικούς και μόνο λόγους. Οπως ο Γιάννης Πάριος, που, αναμφισβήτητα είναι μεγάλος ερωτικός τραγουδιστής, αλλά δεν κατάλαβα πώς έβγαλε το CD «O δικός μου Τσιτσάνης». Από πού κι ως πού ο Πάριος να τραγουδάει Τσιτσάνη; Νομίζω ότι έπειτα από τόσα χρόνια δίπλα στον «Τσίλα», έχω δικαίωμα να λέω τι σχέση μπορεί να έχει ο Πάριος με τα τραγούδια του. Το λέω αυτό γιατί ξέρω καλά πώς ήθελε ο Τσιτσάνης να τραγουδάνε τα τραγούδια του κι επίσης γνωρίζω τι έλεγε για όλους αυτούς που δεν έχουν καμία σχέση μαζί του.

Στην προσωπική ζωή σου πώς είσαι;

Μια χαρά! Η ζωή μου εξακολουθεί να είναι η ίδια, όπως και πριν από 38 χρόνια που παντρεύτηκα.

Ποτέ δεν απασχόλησες τα μέσα με τα προσωπικά σου. Θύμισέ μας ποιος είναι ο άντρας σου και αν έχεις παιδιά.

Οχι, δεν μου αρέσει να βγάζω στη δημοσιότητα την προσωπική μου ζωή. Θα σου πω ότι ο άντρας μου είναι Αιγυπτιώτης από την Αλεξάνδρεια και δεν έχει καμία σχέση με τα καλλιτεχνικά. Εχουμε μια κόρη, τη Μαριλένα, που έχει τελειώσει σπουδές στις τουριστικές επιχειρήσεις, κι έναν εγγονό, ο οποίος τώρα πάει στη β’ Δημοτικού.

{{-PCOUNT-}}49{{-PCOUNT-}}

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ MOBILE APP ΤΗΣ ESPRESSO

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ