Αναζήτηση

Πατήστε ESC για κλείσιμο

Η ΜΕΔΟΥΣΑ

Ενα πιάτο φαγητό γαρνιρισμένο με πολλά «σ’ αγαπώ»

16/10/2026 - 17:00 | | 4 λεπτά ανάγνωση
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη της Espresso στην Google

Με τα μάτια της «Μέδουσας»

«Την πόρτα ανοίγω το βράδυ / Τη λάμπα κρατώ ψηλά / Να δούνε της γης οι θλιμμένοι                                                                                                                                                                                                    Να ‘ρθουνε, να βρουν συντροφιά / Να βρούνε στρωμένο τραπέζι / Σταμνί για να πιει ο καημός
Κι ανάμεσά μας θα στέκει / Ο πόνος, του κόσμου αδερφός / Να βρούνε γωνιά ν’ ακουμπήσουν /
Σκαμνί για να κάτσει ο τυφλός / Κι εκεί καθώς θα μιλάμε / Θα ‘ρθει συντροφιά κι ο Χριστός»

Από τη Γεωργία Δρακάκη

Το στρωμένο τραπέζι. Να βρούμε γωνιά. Να πιει ο καημός. Ολα τα ανθρώπινα και τα θεϊκά χωρούν, «στρογγυλεύονται» κι αναπνέουν γύρω από ένα τραπέζι. Μέσα στην κουζίνα τα σκεύη σωρός. Λερωμένες κουτάλες από τις σάλτσες, κόκκοι μπαχαρικών στον μαρμάρινο πάγκο, λίγο αλεύρι εδώ κι εκεί. Το μαγείρεμα είναι φροντίδα, μοίρασμα, τρόπος να πεις «σ’ αγαπώ», «σε σκέφτομαι», «είμαι εδώ», χωρίς να χρειαστεί να αρθρώσεις ούτε μία λέξη. Και ζεστασιά σε καρδιές και στομάχια. Μαγειρεύουμε για τους φίλους μας, γιατί θέλουμε να τους κρατήσουμε λίγο περισσότερο κοντά μας. Να γεμίσει το σπίτι φωνές, γέλια, ιστορίες, ψίχουλα πάνω στο τραπέζι. Να γίνει ένα απλό φαγητό αφορμή να νιώσουμε πως ανήκουμε κάπου. Μαγειρεύουμε για εκείνους που δεν έχουν. Για τον άνθρωπο που πεινάει, που δυσκολεύεται, που ίσως δεν έχει κανέναν να τον περιμένει. Κι εκεί ένα πιάτο ζεστό φαγητό γίνεται κάτι πολύ μεγαλύτερο από προσφορά. Γίνεται αξιοπρέπεια. Αλληλεγγύη. Μια σιωπηλή υπενθύμιση ότι κανένας άνθρωπος δεν θα έπρεπε να πεινάει, κανένας δεν θα έπρεπε να νιώθει ξεχασμένος.

Και είναι το φαγητό της μάνας μας ή της γιαγιάς ή της θείας μας. Εκείνο που δεν μετριέται με γραμμάρια και συνταγές. Που έχει μέσα του ξενύχτια, αγωνίες, θυσίες, μια ολόκληρη ζωή δοσμένη στους άλλους. Είναι η μυρωδιά που μας γυρίζει στην παιδική ηλικία. Είναι τα χέρια που μας τάισαν, προτού μάθουμε να ζητάμε. Είναι η αγάπη, που συνεχίζει να μας θρέφει, ακόμη κι όταν εκείνα τα χέρια δεν είναι πια κοντά μας.

Μνεία και στο φαγητό που μας ετοιμάζει ο άνθρωπος που αγαπάμε. Ισως αδέξια, ίσως βιαστικά, ίσως με λίγο παραπάνω αλάτι. Μα, τι σημασία έχει; Κάποιος αφιέρωσε τον χρόνο του για εμάς. Στάθηκε μπροστά σε μια φωτιά, έκοψε, ανακάτεψε, δοκίμασε, σκέφτηκε τι θα μας ευχαριστούσε. Και αυτό, μέσα σε έναν κόσμο που τρέχει ασταμάτητα, είναι μια μικρή, σπουδαία μορφή τρυφερότητας. Και κάποτε μαγειρεύουμε μόνο για εμάς. Γιατί κι εμείς αξίζουμε ένα ζεστό πιάτο, ένα στρωμένο τραπέζι, λίγη περιποίηση – έστω από τον εαυτό μας. Το μαγείρεμα έχει κόπο. Εχει χρόνο. Εχει χέρια κουρασμένα, κατσαρόλες που αχνίζουν, κουζίνες που λερώνονται. Εχει όμως και μια σπάνια δύναμη: να μετατρέπει τα πιο ταπεινά υλικά σε κάτι που μπορεί να παρηγορήσει έναν άνθρωπο. Ενα κομμάτι ψωμί. Μια κατσαρόλα φασόλια. Μια σούπα. Ενα φαγητό που σιγοβράζει, όσο έξω ο κόσμος δυσκολεύει.

Μέσα από αυτήν την τόσο καθημερινή πράξη μπορούμε να αντισταθούμε στη μοναξιά, στην αδιαφορία, τη σκληρότητα του κόσμου. Να ταΐσουμε ένα σώμα αλλά και να ζεστάνουμε μια ψυχή. Να πούμε σε κάποιον «έχεις θέση στο τραπέζι μου». Κι αυτό να σημαίνει, βαθύτερα, «έχεις θέση στη ζωή μου».

Υστερογράφω, παραθέτοντας το εμβληματικό, πλέον, κείμενο του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου για τα γεμιστά της μάνας κάποιου. Κλάψτε, μάγκες! Και μαγειρέψτε και κάτι για εκείνους της καρδιάς σας! «Πριν από λίγα χρόνια είχα έναν φίλο που πέθανε η μάνα του απότομα, από καρδιά. Ηταν περίεργο παιδί και δεν έκλαψε καθόλου, ούτε με το πρώτο σοκ ούτε μετά – στις εκκλησίες και στους τάφους. Ηταν κλειστός σαν πέτρα, γιατί την αγαπούσε πολύ. Το βράδυ που έφυγαν οι επισκέπτες από το σπίτι (σχεδόν τους έδιωξε), εξαντλημένος άνοιξε το ψυγείο. Σε ένα τάπερ βρήκε γεμιστά. Τα είχε μαγειρέψει η μάνα του μία μέρα πριν πεθάνει.

Εκατσε στο τραπέζι, μόνος, και άρχισε να τρώει. Ενιωσε κάτι υπόκωφο να του χτυπάει τα σωθικά: η οικειότητα αυτής της γεύσης. Το ρύζι, η ντομάτα, το συγκεκριμένο λάδι, ο συγκεκριμένος άνηθος – αυτό το μείγμα που ανήκε αποκλειστικά στη μάνα του. Τότε μόνο τον πήραν τα κλάματα. Εκλαιγε κι έτρωγε, σιγά σιγά, για να μην τελειώσουν γρήγορα τα γεμιστά του. Μέχρι που τέλειωσαν».

Espresso News app
ΕΦΑΡΜΟΓΗ ESPRESSO NEWS

Κατεβάστε τη δωρεάν εφαρμογή και διαβάστε πρώτοι τις ειδήσεις στο κινητό σας.