Ολα χρήσιμα, όλα μίνιμαλ, όλα πρακτικά. Σπίτια γκρι μπεζ, πολυμηχανήματα, φρουτοστίφτες, air fryers, αμάξια-ρομποτικά, πτυχία που ακολουθούνται από δεκάδες εξειδικεύσεις. Ζούμε σε μια εποχή που όλα πρέπει να χρησιμεύουν σε κάτι, να αποδίδουν. Να παράγουν, να μεταφράζονται σε χρήμα, σε επιτυχία, σε αποτέλεσμα. Ακόμη και ο χρόνος μας πρέπει να είναι «παραγωγικός». Ακόμα και η ξεκούραση πρέπει να μας βοηθά να επιστρέψουμε πιο αποδοτικοί στη δουλειά, όχι να θεωρείται αυτόφωτη απόλαυση.
Από τη Γεωργία Δρακάκη
Ομως, καθώς χαζεύω τη βιτρίνα ενός παλαιοπωλείου και βλέπω ομορφάδες περασμένου αιώνα, ελαφρώς σκονισμένες και παντελώς διακοσμητικής και «περιττής» φύσης, αναρωτιέμαι: Μήπως τα πιο πολύτιμα πράγματα στη ζωή είναι ακριβώς εκείνα που δεν χρησιμεύουν σε τίποτα;
Ο Ιταλός καθηγητής Λογοτεχνίας και φιλόσοφος Νούτσιο Ορντινε έγραψε ένα υπέροχο μικρό μανιφέστο, με τίτλο «Η χρησιμότητα του άχρηστου», το οποίο μου συνέστησε πρόσφατα μια καλή φίλη. Πρόκειται για ένα βιβλίο που υπερασπίζεται όλα εκείνα που ο σύγχρονος κόσμος θεωρεί περιττά, επειδή δεν παράγουν άμεσο οικονομικό όφελος: τη λογοτεχνία, την ποίηση, τη φιλοσοφία, την τέχνη, τη γνώση, που δεν οδηγεί απαραίτητα σε μια καλύτερα αμειβόμενη δουλειά.
Και μαζί τους, θα πρόσθετα, όλα εκείνα τα μικρά, φαινομενικά ασήμαντα πράγματα που κάνουν τη ζωή μας ανθρώπινη. Τι χρησιμότητα έχει, αλήθεια, να διαβάσεις ένα ποίημα; Για να πούμε την αλήθεια, δεν θα πληρώσει τους λογαριασμούς σου. Δεν θα σου εξασφαλίσει μια προαγωγή, δεν θα σου σφίξει τους κοιλιακούς. Μπορεί, όμως, να σου δώσει τις λέξεις για ένα συναίσθημα που κουβαλούσες χρόνια, χωρίς να μπορείς να το ονομάσεις. Να σε βοηθήσει να αναπνεύσεις αλλιώς, πιο βαθιά.

Αλλο τώρα: Τι χρησιμότητα έχει να κοιτάζεις τη θάλασσα για μία ώρα; Δεν παράγεις τίποτα. Δεν κερδίζεις τίποτα. Δεν προχωράς καμία εκκρεμότητά σου. Κι όμως, μπορεί εκείνη την ώρα να ξαναβρείς κάτι από τον εαυτό σου, που είχες χάσει μέσα στη βιασύνη. Με τα κριτήρια της ανθρώπινης ύπαρξης, ο ρεμβασμός έχει ανυπολόγιστη αξία.
Μωρέ, καλά μου παιδιά, η γνώση δεν υπάρχει μόνο για να μας εξασφαλίζει μια θέση εργασίας. Υπάρχει και για να μας ανοίγει το μυαλό. Να μας μαθαίνει να αμφισβητούμε, να καταλαβαίνουμε τον άλλον, να μη δεχόμαστε αδιαμαρτύρητα όσα μας σερβίρουν ως αλήθειες. Ομως, και η τέχνη δεν υπάρχει μόνο για να πουλάει εισιτήρια και πίνακες. Υπάρχει για να μας συγκινεί, να μας ταράζει, να μας παρηγορεί. Να μας υπενθυμίζει ότι ο κόσμος δεν αποτελείται μόνο από αριθμούς, συναλλαγές και υποχρεώσεις. Οσο για τη φιλοσοφία, δεν υπάρχει για να μας δίνει έτοιμες απαντήσεις. Υπάρχει για να μας μαθαίνει να θέτουμε καλύτερες ερωτήσεις. Ο Ορντινε δεν υποστηρίζει ότι το χρήμα δεν είναι αναγκαίο ή ότι οι πρακτικές γνώσεις δεν έχουν αξία. Μας προειδοποιεί, όμως, για κάτι πολύ πιο επικίνδυνο: για μια κοινωνία που, όταν αρχίζει να μετρά τα πάντα με βάση το κέρδος, καταλήγει να θεωρεί άχρηστο οτιδήποτε δεν μπορεί να πουληθεί.
Και τότε είναι που αρχίζει να υφίσταται η πραγματική φτώχεια, εκείνη που δεν φαίνεται στους τραπεζικούς λογαριασμούς. Η φτώχεια ενός ανθρώπου που ξέρει να κερδίζει χρήματα, αλλά δεν ξέρει τι να κάνει με τη ζωή του. Που έχει μάθει να ανταγωνίζεται, αλλά όχι να συνυπάρχει και να συναρπάζεται. Που διαθέτει πληροφορίες, αλλά όχι καλλιέργεια. Που ξέρει την τιμή των πραγμάτων, αλλά μάλλον δυσκολεύεται να αναγνωρίσει την αξία τους.
Πόσα πράγματα, άραγε, αυτού του κόσμου, του μικρού, του μέγα, δεν θα είχαν ανακαλυφθεί ποτέ, αν κάποιος απαιτούσε από την πρώτη στιγμή να αποδείξουν την οικονομική τους απόδοση; Ομως, πέρα από τα πανεπιστήμια, τις βιβλιοθήκες και τα εργαστήρια, υπάρχει και η δική μας καθημερινότητα, μέσα στην οποία η δικτατορία της χρησιμότητας έχει εισβάλει σχεδόν αθόρυβα.

Και καταλήγω: Εχουμε ασύλληπτα μεγάλη ανάγκη να υπερασπιστούμε ξανά το δικαίωμά μας στο φαινομενικά άχρηστο. Να καθίσουμε με έναν φίλο και να μιλάμε με τις ώρες, χωρίς να λύσουμε κανένα πρόβλημα. Να πάρουμε λουλούδια και να τα στολίσουμε στο ξεχασμένο βάζο της μάνας μας, που έχουμε πίσω πίσω στο ντουλάπι. Να κάνουμε κάτι όμορφο για κάποιον, χωρίς να περιμένουμε ανταμοιβή. Να καταλάβουμε, επιτέλους, ότι δεν είναι όλα μέσα για να φτάσουμε κάπου αλλού. Κάποια πράγματα είναι πολύτιμα ακριβώς επειδή αποτελούν αυτοσκοπό. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πιο βαθιές, γλυκές μας αναμνήσεις σπάνια έχουν σχέση με όσα πετύχαμε ή αγοράσαμε. Συνήθως θυμόμαστε ένα απόγευμα που γελάσαμε μέχρι δακρύων ή ένα έξαλλο ξενύχτι με τους κολλητούς μας σε μια ευρωπαϊκή πόλη των νιάτων μας.
Σας το λέω κι, αν θέλετε, με ακούτε: όταν κάποτε κοιτάξουμε πίσω, θα διαπιστώσουμε ότι η ζωή μας δεν ήταν τελικά το άθροισμα όσων καταφέραμε να παράγουμε. Ηταν το σύνολο όσων καταφέραμε να νιώσουμε. Και τότε θα καταλάβουμε πως πολλά από εκείνα που ο κόσμος ονόμαζε άχρηστα ήταν, τελικά, όσα έκαναν τη ζωή μας να αξίζει.
Κατεβάστε τη δωρεάν εφαρμογή και διαβάστε πρώτοι τις ειδήσεις στο κινητό σας.









