Η ασχήμια ως κανονικότητα είναι γεγονός και κάποτε οι άνθρωποι θα κοιτάζουν πίσω και θα έχουν να αντιμετωπίσουν ως ιστορία μια τεράστια συσσώρευση πλαστικού, ακαλαισθησίας και ακατανόητων όγκων και σχημάτων, από τα περίφημα ugly shoes μέχρι τις σπριτσερίες που σε βάζουν να κάτσεις σε δοχεία λαδιού.
Από τη Γεωργία Δρακάκη
Η υποχώρηση του ωραίου και του ευγενούς από τον δημόσιο χώρο και την καθημερινή ζωή μπορεί να φαίνεται (και να είναι) ψιλά γράμματα σε σχέση με μια σειρά προβλημάτων που μαστίζουν την καθημερινότητα και την ψυχική υγεία των ανθρώπων, αλλά σήμερα με αφορά ακριβώς αυτή η υποχώρηση. Δεν τη θεωρώ, μάλιστα, καθόλου άσχετη με τα λοιπά σοβαρά ζητήματα που αντιμετωπίζουμε ως άτομα και πολίτες.
Υπάρχει, το λοιπόν, μια μορφή ασχήμιας που δεν οφείλεται στη φτώχεια, στην εγκατάλειψη ή στην αναπόφευκτη φθορά των πραγμάτων, αλλά σε κάτι βαθύτερο και περισσότερο ανησυχητικό: στην απώλεια της αισθητικής κρίσης, στην εξασθένηση της ανάγκης για ομορφιά, στην ολοένα πιο διαδεδομένη πεποίθηση ότι ο δημόσιος χώρος, η ανθρώπινη συμπεριφορά και η καθημερινή ζωή δεν χρειάζεται να υπακούουν σε κανένα μέτρο, σε καμία αναλογία, σε καμία στοιχειώδη αρχή ευπρέπειας. Πρόκειται για μια ασχήμια επιθετική, αυτάρεσκη, σχεδόν θριαμβευτική, η οποία δεν αισθάνεται την ανάγκη να απολογηθεί για την παρουσία της, επειδή έχει ήδη κατακτήσει το προνόμιο της κανονικότητας.
Η σύγχρονη ελληνική πόλη συινστά ίσως την πληρέστερη έκφραση αυτής της πολιτισμικής υποχώρησης. Η αρχιτεκτονική αυθαιρεσία της, οι προσόψεις που συναγωνίζονται σε οπτική χυδαιότητα, οι επιγραφές, οι φωτεινές οθόνες, τα πρόχειρα στέγαστρα, οι πλαστικές κατασκευές, τα κακοποιημένα πεζοδρόμια συγκροτούν ένα περιβάλλον στο οποίο κάθε έννοια αρμονίας έχει υποταχθεί στην ιδιωτική σκοπιμότητα και στην εμπορική κραυγή. Το πρόβλημα δεν είναι απλώς ότι τα επιμέρους στοιχεία είναι άσχημα, αλλά ότι η συνύπαρξή τους παράγει ένα αδιάκοπο οπτικό παραλήρημα, μια πολεοδομική εκδοχή του γκροτέσκ, όπου το ευτελές επιδεικνύεται ως εντυπωσιακό και το κραυγαλέο εκλαμβάνεται ως δημιουργικό.
Αρκεί να παρατηρήσει κανείς την αισθητική των καταστημάτων, ιδιαίτερα εκείνων που φιλοδοξούν να εμφανίζονται ως μοντέρνα, προσεγμένα ή πολυτελή. Η μαζική αναπαραγωγή μιας ψευδοβιομηχανικής διακόσμησης, τα επιτηδευμένα φωτιστικά, τα τεχνητά φυτά, οι υπερμεγέθεις επιγραφές στα αγγλικά, οι χρυσαφιές λεπτομέρειες, τα υλικά που υποδύονται άλλα υλικά συνθέτουν ένα σκηνικό επίπλαστης ευμάρειας. Εδώ η κακογουστιά δεν προκύπτει από την απουσία χρημάτων, αλλά συχνά από την άφθονη και αδέξια διάθεσή τους. Η αγορά έχει κατορθώσει να εμπορευματοποιήσει ακόμη και την ιδέα της καλαισθησίας, προσφέροντας έτοιμα διακοσμητικά στερεότυπα σε ανθρώπους που μπερδεύουν το ακριβό με το ωραίο και την επίδειξη με την ποιότητα.

Ανάλογη έκπτωση παρατηρείται και στην ανθρώπινη παρουσία, όχι, βεβαίως, με την έννοια της φυσικής εμφάνισης, η οποία δεν αποτελεί ηθικό ή αισθητικό κριτήριο, αλλά με την έννοια της δημόσιας συμπεριφοράς, της γλώσσας, των χειρονομιών, του τρόπου με τον οποίο το άτομο αντιλαμβάνεται τη θέση του ανάμεσα στους άλλους. Το διαρκές «ρε, μπρο», το πανταχού παρόν «ρε, μαλάκα», η εκκωφαντική οικειότητα που δεν πηγάζει από τη συσχέτιση αλλά από την αδιαφορία, η αγένεια που μεταμφιέζεται σε αυθεντικότητα δεν συνιστούν απλώς γλωσσικές ιδιομορφίες. Οταν γίνονται καθολικός κώδικας επικοινωνίας, αποκαλύπτουν μια κοινωνικότητα από την οποία αποσύρονται σταδιακά η λεπτότητα, η αυτοσυγκράτηση και η επίγνωση ότι ο άλλος δικαιούται τον ελάχιστο σεβασμό.
Θα ήταν ασφαλώς απλοϊκό να αναζητήσει κανείς κάποια χαμένη εποχή καθολικής ευγένειας και υψηλής αισθητικής. Η ελληνική κοινωνία δεν υπήρξε δα και ποτέ απαλλαγμένη από τη χυδαιότητα, την επιτήδευση ή τον επαρχιωτισμό – και, πιστέψτε με, δεν σας γράφει ούτε σας μιλά καμία τύπισσα σονσόν ντε παρί. Σκέφτομαι, όμως, και προβληματίζομαι. Η χυδαιότητα δεν περιορίζεται πλέον στο περιθώριο της δημόσιας ζωής, αλλά διεκδικεί τον κεντρικό της χώρο, αποκτά κύρος, επιβάλλει τους κώδικές της και συχνά αντιμετωπίζει κάθε διαφορετική αισθητική απαίτηση ως ελιτισμό ή κοινωνική υπεροψία.
Η υποχώρηση του ωραίου και του ευγενούς δεν είναι, επομένως, τουλάχιστον όχι για μένα, μια δευτερεύουσα αισθητική απώλεια. Αφορά την ίδια την ποιότητα του συλλογικού βίου. Διότι η ομορφιά, όταν δεν εξαντλείται στη διακόσμηση, προϋποθέτει φροντίδα, μέτρο, καλλιέργεια και συναίσθηση του κοινού χώρου. Και η ευγένεια, όταν δεν εκπίπτει σε τυπική αβρότητα, αποτελεί έμπρακτη αναγνώριση της αξιοπρέπειας του άλλου. Μια κοινωνία που παύει να ενδιαφέρεται για όλα αυτά που συζητάμε έχω την αίσθηση πως βυθίζεται σε μια μορφή πολιτισμικής αδιαφορίας, μέσα στην οποία η ασχήμια δεν προκαλεί πια δυσφορία, επειδή έχει πάψει να αναγνωρίζεται ως ασχήμια. Ουπς!
Κατεβάστε τη δωρεάν εφαρμογή και διαβάστε πρώτοι τις ειδήσεις στο κινητό σας.









