Αναζήτηση

Πατήστε ESC για κλείσιμο

Η ΜΕΔΟΥΣΑ

Αθήνα ζαφειρόπετρα

07/10/2026 - 16:15 | | 5 λεπτά ανάγνωση
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη της Espresso στην Google

Με τα μάτια της «Μέδουσας»

Οταν το ημερολόγιο έδειχνε Κυριακή 6 Αυγούστου 1978 -για φαντάσου!-, ο Χατζιδάκις μετέδιδε (στην υπέροχη, κάπως σκληρή και ίσως απόμακρη για αρκετούς κοσμάρα του) ένα σχόλιο από το Τρίτο Πρόγραμμα της ΕΡΤ σε σχέση με την Αθήνα, η οποία του φαινόταν μάλλον αποκρουστική.

«Η Αθήνα είναι άσχημη πόλις, γιατί την κατοικούν άσχημοι πολίτες, χωρίς παιδεία, χωρίς ντροπή, χωρίς ευθύνη, χωρίς ευαισθησία, συγκεντρωμένοι από όλη την Ελλάδα. Οσοι ήσαν άρρωστοι, μισοί και δεν μπορούσανε να γνωρίσουνε τον κόσμο μέσα απ’ την αγάπη των δικών τους. Αγέλη ανιάτων με πρόχειρα επαγγέλματα, παράνομοι ραδιοσταθμοί που τάχα δεν μπορούν να εντοπιστούν, οδηγοί λεωφορείων και ταξί που βρίζουν, φτύνουν και χτυπάν, χονδρέμποροι με σαπισμένα τρόφιμα, πόρνες με στόχους καλλιτεχνικούς, νέοι που επιβεβαιώνουν επί χρήμασι τον ύποπτο ανδρισμό τους, κι όλα να καταλήγουν σε ένα σπάσιμο χιλιάδων πιάτων στα πόδια ενός βραχνού αγάλματος, που το όνομά του είναι γραμμένο κόκκινο ή βαθύ πράσινο. Η Αθήνα αυτή ασφαλώς δεν είναι η ζαφειρόπετρα στης γης το δαχτυλίδι, όπως τη λέει ο Παλαμάς στον “Δωδεκάλογο”. Η Αθήνα αυτή δεν έχει γιατρειά. Μονάχα σαν χαθεί μπορεί να ξαναγεννηθεί».

Αναρωτιέμαι τι θα σχολίαζε σήμερα, στην Αθήνα του 2026. Ολος ο κόσμος που στ’ αλήθεια ζει και κυκλοφορεί στην πόλη παίρνει όρκο: δεν την έχει ξαναδεί πιο βρόμικη. Καμία εμπάθεια απέναντι στον δήμαρχο – πολλοί απηυδισμένοι είναι αριστερότατοι, μάλιστα. Η πόλη μας πράγματι παρουσιάζει κακή εικόνα. Περπατούσα τις προάλλες σε μια από τις πολύ ωραίες γειτονιές του Χαλανδρίου (γραφικά τετράγωνα, με σπίτια γεμάτα γιασεμιά και αυλίτσες νοικοκυρεμένες μερακλίδικα) και σκεφτόμουν ότι γύρω από το σπίτι μου, στην περιοχή όπου μένω, επικρατούν χάος, σκοτάδι, δυσωδία, μπέρδεμα. Κέντρο, καράκεντρο, πέντε λεπτά από την πλατεία Αγίου Γεωργίου της Κυψέλης, μια ανάσα από την Αγίου Μελετίου, και οι δρόμοι Αχαρνών και 3ης Σεπτεμβρίου γλυκοβουίζουν από την πάνω και από την κάτω πλευρά του ταπεινού μου δρόμου. Οι μετανάστες που πρωταγωνιστούν σε αυτές τις γειτονιές δεν είναι καλύτεροι, ούτε χειρότεροι από τους ντόπιους – αφήνουν βρομιές, τελάρα με σαπισμένες μπανάνες στα σκουπίδια και, επί της ουσίας, αδιαφορούν για τη δημόσια εικόνα. Ασχημονούν με όλα αυτά τα μικρομάγαζα, κάποιοι πλακώνονται στο ξύλο τις νύχτες – βγαίνω στο μπαλκόνι σαν θεία και φωνάζω να σταματήσουν.

Τα λεωφορεία καθυστερούν φρικτά, τα τρένα και το μετρό έχουν απίστευτο συνωστισμό, συρμοί αποσύρονται άδειοι κάθε δέκα λεπτά, έργα στην άκρη των δρόμων δεν λένε να λάβουν τέλος, ενώ βλέπεις καθημερινά εργάτες (τα «μεταναστά» που λέγαμε πριν – ξεχάστε Αλβανούς και Πολωνούς. Τώρα, Σύροι και ξενάκια εξ Ανατολής κρατούν τις υποδομές στα χεράκια τους) και ξαφνικά μια μέρα παύεις να τους βλέπεις. Τα έργα χάσκουν αδειανά -κάτι θα συνέβη- και ξεκινούν πάλι 13 μέρες αργότερα, γιατί… έτσι. Κανείς δεν πρέπει να νιώθει ότι τον παίρνουν στα σοβαρά σε αυτή την πόλη και μόνο κάποιες μικρές κοιτίδες ανθρωπιάς, που έχει να κάνει με τον ιδιωτικό (που θα πει ψυχικό, εσωτερικό) τομέα απέμειναν: ο φούρνος της γειτονιάς (σίγουρα όχι όλοι), ένα συγκεκριμένο στέκι όπου οι παππούδες μπορούν να πουν μια «καλημέρα» σαν άνθρωποι, ένα θριφτάδικο, ένα μικρό βιβλιοπωλείο που μυρίζει πάντα φθινόπωρο και καραμέλα βουτύρου, ένα μπαρ με τον μπάρμαν να μη βρίζει που έχει δουλειά (ναι, υπάρχουν κι αυτοί οι τελευταίοι των μοϊκανών), το γραφείο του ψυχοθεραπευτή, η βόλτα με τον σκύλο στο Πεδίον που θα δει άλλους σκύλους και οι σκυλογονείς θα ανταλλάξουν αυτά τα αμήχανα, αναζωογονητικά χαμόγελα.

Κανένα δημόσιο κτίριο δεν μπορεί να κομίσει παρηγοριά. Μπήκα σε ένα τις προάλλες, στην Ομόνοια, μιας δημόσιας υπηρεσίας υγείας. Τι παγωμάρα ήταν αυτή! Τι χουντοσοβιέτ, Παναγία μου! Καμία λεπτή απόχρωση. Καμία διάθεση για τρυφερότητα. Σαν το δημόσιο πρόσωπο μιας χώρας φτωχής και καταφρονεμένης να πρέπει να είναι αυστηρό, σοβαροπρεπές, στιβαρό, αλώβητο από τα φτυάρια και τις τσάπες της χαράς, του ενθουσιασμού, της ανθρωπιάς – που ως ανθρωπιά δεν μπορεί, γαμώτο, να χωρά μόνο σε στενά, τριζάτα κοστούμια, τα μπατζάκια των οποίων οπωσδήποτε, αν διαβούν τους κεντρικούς δρόμους της πρωτευούσης, θα καταλήξουν λερωμένα, για να μην πω -και με πείτε αγενή- κατουρημένα.

Πάνω στα πεθαμένα κρέατα της κυράς μας της Αθήνας, εκείνα που σαπίζουν και σκουληκιάζουν, ανοίγουν νέα μαγαζιά που πωλούν πανάκριβα και του πουλιού το γάλα (αλλιώς δεν θα βγάλουν ούτε λίγο κέρδος – για πολύ, ούτε λόγος), και οι ιδιοκτήτες τους, που ομνύουν στο «Φρι Παλεστάιν» και στον αντιφασισμό -και μπράβο τους-, όταν συναντιούνται μεταξύ τους και νιώθουν άνετα ανάμεσα στην τάξη τους και όχι ενώπιον των (συν)εργατών τους των κακοπληρωμένων μια ζωή, μιλούν για τη στόχευσή τους στους τουρίστες, ότι αυτοί έχουν τα λεφτά και όχι βέβαια οι φτωχάλες συμπολίτες και συμπατριώτες τους, οι οποίοι κάνουν το σκατό τους παξιμάδι για να εξασφαλίσουν τη λαδένια, που τους έκανε η γιαγιά τους παλιά, με 6,90 – γιατί τώρα βγαίνει με λιαστή ντομάτα και έξτρα σκορδοβούτυρο. Με 6 ευρώ και 90 λεπτά γεννιόταν κάποτε ένα παιδί. Μια ζωή ερχόταν στον κόσμο. Εννοώ, τα νοσήλια και το κατιτίς για τη μαμή.

Στην πραγματικότητα, όλοι ασχολούμαστε με τα φράγκα, με το πόσα έχουμε και το πόσα μας λείπουν για να φτάσουμε στο λέβελ στο οποίο θα είμαστε ακόμα πιο δυστυχισμένοι από ό,τι τώρα. Γιατί μετά θα πρέπει να επενδύσουμε και να γίνουμε αφεντικά, και θα έχουμε στρες. Και, βέβαια, τότε θα ζούμε στα νότια και στα βόρεια, γιατί χάλασε πολύ η Αθήνα, αλλά το φοκατσάδικό μας και τη σπριτζερία μας (θου, κύριε!) θα τα διατηρούμε στο κέντρο. Ολα κι όλα!

Espresso News app
ΕΦΑΡΜΟΓΗ ESPRESSO NEWS

Κατεβάστε τη δωρεάν εφαρμογή και διαβάστε πρώτοι τις ειδήσεις στο κινητό σας.