Γιώργος Σαλαμπάσης: Χριστέ μου, σ’ αγαπάω, μ’ ακούς;

SHOWBIZ
Oι εσωτερικές αναζητήσεις του Σαλαμπάση

Γιώργος Σαλαμπάσης: Χριστέ μου, σ’ αγαπάω, μ’ ακούς;

❱❱ Ο Γιώργος Σαλαμπάσης, που τις Κυριακές ψέλνει σε εκκλησία, μιλά για την πίστη του στον Θεό και τη φιλία με τον γέροντα Νεκτάριο 
❱❱ Οι σπουδές Μηχανολογίας, η πρώτη επαφή του με την πίστα και ο γάμος του που κρατάει 35 ολόκληρα χρόνια

Από την
ΤΕΡΙΑΝΝΑ ΠΑΠΠΑ

Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 φώναξε δυνατά «Σ’ αγαπάω, μ’ ακούς»... και τον αγάπησε όλος ο κόσμος. Και κυρίως οι γυναίκες! Εκείνος, όμως, βρήκε το λιμάνι του στο πρόσωπο της συζύγου του Δέσποινας, με την οποία είναι μαζί τα τελευταία 35 χρόνια, και η ευτυχία τους ολοκληρώθηκε με τον ερχομό της κόρης τους Χριστιάνας.

Γι’ αυτήν, άλλωστε, έχει γράψει και το τραγούδι «Τι ωραία μάτια», το οποίο περιλαμβάνεται στο cd του που πρόκειται να κυκλοφορήσει.

Ο αγαπημένος τραγουδιστής αφηγείται στην «Espresso» το ταξίδι της ζωής του, το οποίο χαρακτηρίζεται από δημοσιότητα, δόξα, αλλά και ταπεινότητα...

Πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια;
Μεγάλωσα σε ένα μικρό χωριό κοντά στις Σέρρες, το οποίο λατρεύω. Οι παππούδες μου ήταν πρόσφυγες. Πήγα στο χωριό του παππού μου δύο φορές και έκλαιγα. Μου μίλαγε για την πατρίδα και τα δάκρυα έτρεχαν ποτάμι. Αυτά πέρασαν στην καρδιά και στο μυαλό μου, και τα έβγαλα στο τραγούδι. Ο πατέρας μου ήταν γεωργός και βοηθούσαμε και εμείς στα χωράφια.

Ομως με ενοχλούσε η σκόνη και αυτή ήταν η αιτία που έφυγα από το χωριό για να κάνω κάτι άλλο. Σπούδασα μηχανολόγος, αλλά το τραγούδι ήταν στην ψυχή μου από παιδί. Αλλωστε, και οι γονείς μου τραγουδούσαν. Ο μπαμπάς έψελνε κιόλας.

Πότε διασταυρώθηκαν οι δρόμοι σας με το τραγούδι;
Σε κάποια πανηγύρια του χωριού, που πήγαινα με τον θείο μου όταν ήμουν παιδί. Τα πανηγύρια του χωριού είναι η ωραιότερη έκφραση γλεντιού στην Ελλάδα. Γι’ αυτό και όσες φορές με καλούν στα πανηγύρια στην περιφέρεια πηγαίνω με χαρά.

Θυμάμαι το χωριό μου έτσι και έρχομαι πιο κοντά στα παιδικά μου χρόνια. Μπορεί μια γριούλα να κάθεται μέχρι το τέλος του γλεντιού για να με δει και εγώ πηγαίνω να τη φιλήσω, γιατί μου θυμίζει τη μάνα μου, τη γιαγιά μου και μέσα από αυτές τις αναμνήσεις ζω.

Τελικά, πώς πήρατε την απόφαση να ασχοληθείτε επαγγελματικά με το τραγούδι;
Τελείωσα μηχανολόγος και είπα στον θείο μου, που έπαιζε μπουζούκι, ότι δεν θα συνεχίσω με το τραγούδι και θα ασχοληθώ με αυτό που έχω σπουδάσει. Βρέθηκα στη Θεσσαλονίκη να δουλεύω πάνω στο αντικείμενό μου. Ο θείος μου με παρακάλαγε να μπω στο τραγούδι, αλλά εγώ ήμουν ανένδοτος. Μια μέρα με ικέτεψε και πήγα στις Σέρρες να τραγουδήσω για τελευταία φορά. Μάλιστα, θυμάμαι σαν τώρα τι μου είχε συμβεί στην πορεία... Μπήκα στο τρένο, όπου γνώρισα και φλέρταρα μια κοπελίτσα, και ξέχασα να κατέβω στις Σέρρες. Πανικόβλητος, πήγα στον μηχανοδηγό και του είπα: «Πρέπει να τραγουδήσω».

Τότε εκείνος, διαπιστώνοντας την απελπισία μου, συνεννοήθηκε με τον οδηγό της αμαξοστοιχίας που κινούνταν αντίθετα και στο αντάμωμα επιβιβάστηκα στο τρένο με κατεύθυνση τις Σέρρες. Βρέθηκα, λοιπόν, σε ένα πολύ ωραίο κέντρο, με ωραίο περιβάλλον και όμορφα κορίτσια, και ενθουσιάστηκα. Τότε έπαιρνα από τη δουλειά μου 70 δραχμές και εκείνο το πρωί ο θείος μου μου είπε ότι ως τραγουδιστής θα πάρω 600 δραχμές! Εν έτει 1970! Δελεάστηκα από τα όμορφα κορίτσια, το όμορφο ντύσιμό μου, το μεροκάματο, παράτησα την άλλη δουλειά και έγινα τραγουδιστής.

Το τραγούδι σας «Σ’ αγαπάω, μ’ ακούς» έχει αγαπηθεί πολύ. Υπάρχει κάποια ιστορία που κρύβεται πίσω απ’ αυτό;
Είμαι πλέον στην Αθήνα και τραγουδάω, σ’ ένα μαγαζί που το γέμιζα μόνος μου. Μου άρεσε ο Πάριος και έλεγα καλά τα τραγούδια του. Ενα βράδυ, λοιπόν, έχω δημιουργήσει ατμόσφαιρα με χαμηλό φωτισμό πάνω στην πίστα και τραγουδώ το «Λυπήσου με», που ακόμα και σήμερα, όταν το λέω, δακρύζω, τα δίνω όλα.

Σηκώνεται ένα ζευγάρι να χορέψει, αλλά αυτό δεν το είχα υπολογίσει τραγουδώντας το συγκεκριμένο κομμάτι... Τσαντίζομαι, κάτι που σπάνια μου συμβαίνει, γυρνάω στην ορχήστρα και λέω: «Κόφτε το». Και μπαίνω στα καμαρίνια. Τότε έρχεται ένας κύριος (σ.σ.: ο Θεόδωρος Αγγελος) να μου ζητήσει τον λόγο και πάνω στη συζήτηση μου λέει ότι γράφει στίχους.

Την επόμενη μέρα μού έφερε στο σπίτι το «Σ’ αγαπάω, μ’ ακούς» και μου άρεσε. Το έστειλα στον σύνθετη Νίκο Μπαξεβάνη, που έγραψε τη μουσική. Ο ιδιοκτήτης της δισκογραφικής, πριν ακόμη κυκλοφορήσει το κομμάτι, μου είπε: «Τώρα θα σου κάνω τον χρυσό δίσκο». Και έγινε χρυσός!

Πώς γνωριστήκατε με τη σύζυγό σας Δέσποινα;
Στο μαγαζί όπου τραγουδούσα εφτά μέρες την εβδομάδα είχε έρθει ως πελάτισσα. Είδα μια ωραία κοπέλα που μου άρεσε και την είδα ξανά ύστερα από έναν μήνα. Σιγά σιγά κάναμε σχέση και μέσα σε έναν χρόνο παντρευτήκαμε, γιατί πίστεψα από την πρώτη στιγμή ότι είναι η γυναίκα της ζωής μου. Από τότε που είμαστε μαζί δεν ξαναείδα άλλη γυναίκα... 35 χρόνια τώρα!

Να υποθέσω ότι έχετε ζήσει και ακραίες εκδηλώσεις θαυμασμού;
Τα λουλούδια και τα γράμματα ήταν κάτι φυσικό για εκείνη την εποχή. Θυμάμαι, είχα πάει να τραγουδήσω στην Αγγλία και αναγκάστηκε να επέμβει η αστυνομία για να μπορέσω να περάσω, γιατί ο κόσμος πήγε να με... πνίξει! Αυτό έγινε και στο Ακρον του Μπουρνέλη, και ήταν ασύλληπτο. Ομως, το περιστατικό που έχει χαραχτεί ανεξίτηλα στη μνήμη μου ήταν όταν βρέθηκα στην Πρέβεζα για να τραγουδήσω και την επομένη πήρα ταξί για να επιστρέψω στην Αθήνα, γιατί δεν είχε αεροπλάνο. Λέω, λοιπόν, στον ταξιτζή να κάνει μια βόλτα, για να δω την πόλη πριν φύγω, και κάποια στιγμή βρεθήκαμε σε έναν αδιέξοδο δρόμο. Συμπτωματικά, εκεί βρισκόταν και ένα γυμνάσιο που είχε πάει εκδρομή.

Τότε ο κόσμος με γνώριζε από την τηλεόραση. Μόλις, λοιπόν, με είδαν τα κορίτσια, άρχισαν να φωνάζουν και αναγκάστηκα να βγω από το ταξί για να δώσω αυτόγραφα. Βγάζω το μισό πόδι μου από το αυτοκίνητο, αλλά τα κορίτσια πίεσαν τόσο πολύ την πόρτα που πήγα να σκάσω. Από θαύμα σώθηκα.

Μια ιδιότητά σας που δεν γνωρίζει ο πολύ κόσμος είναι ότι κάθε Κυριακή ψέλνετε στον Αγιο Κωνσταντίνο στη Γλυφάδα και κάποιες φορές και στον Αγιο Παντελεήμονα. Τι σας έκανε να στραφείτε στα θεία;
Από παιδί αγαπούσα την Εκκλησία. Αν δεν πήγαινα να εκκλησιαστώ, ένιωθα ότι κάτι έκανα λάθος. Βεβαίως, με την πάροδο του χρόνου άρχισα να μην πηγαίνω. Οταν είδα δε ότι η αγάπη του κόσμου είναι μεν σπουδαία, αλλά τα φώτα της δημοσιότητας είναι ψεύτικα, άρχισα να προβληματίζομαι. Βλέποντας την τρέλα του κόσμου με το «Σ’ αγαπάω, μ’ ακούς», έψαξα και είδα ότι η ψυχή μου είχε ανάγκη τον Θεό.

Και άρχισα να φιλοσοφώ, να ψάχνομαι και με βοήθησε πολύ στην ψυχή μου. Πήγα, λοιπόν, τώρα τελευταία και σπούδασα βυζαντινή μουσική και πηγαίνω στην εκκλησία κάθε Κυριακή και ψέλνω. Είναι... νόμος!

Πιστεύετε τόσο πολύ;
Μου αρέσει πολύ η βυζαντινή μουσική και διάβαζα την Αγία Γραφή στο καμαρίνι. Ολη η ζωή είναι ένα θαύμα. Εχω ζήσει πολλά, τα οποία κρατάω για τον εαυτό μου, όμως κλαίω και λέω «αυτό είναι θαύμα»! Δοξολογώ τον Θεό κάθε μέρα και κάθε Χριστούγεννα λέω το «Σ’ αγαπάω, μ’ ακούς» στον Χριστό. Είναι μια προσευχή: «Είμαι μόνος, μ’ ακούς;»

Κάποια στιγμή με στέλνει κάποιος στον άνθρωπο που έγινε ο πνευματικός μου και εκείνος μού είπε «σε θέλω κάθε Κυριακή στην εκκλησιά κι ας κοιμάσαι», γιατί εγώ δούλευα μέχρι το πρωί. Τα λόγια του με προβλημάτισαν... Σκέφτηκα πως, όταν μου το ζητούσαν οι γυναίκες, έτρεχα σε εκδρομές αμέσως μετά τη δουλειά. Ετσι, εδώ και αρκετά χρόνια δεν έχω χάσει λειτουργία. Είναι δώρο Θεού!

Γνωρίζατε και τον γέροντα Νεκτάριο...
Ηταν φίλος μου. Ηταν ένας άγιος άνθρωπος. Οπως και ο πνευματικός μου πατέρας Κωνσταντίνος. Αυτή τη συμβουλή που δεν θα ξεχάσω από τον γέροντα Νεκτάριο είναι να αγκαλιάζω τον κόσμο και να μπορώ να θυσιάζομαι. Αυτός θυσιαζόταν πάντα. Ηταν με ένα χαμόγελο.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ