Η Τίνα Μεσσαροπούλου μίλησε για την περιπέτεια υγείας του συζύγου της, Γιώργου Μυλωνάκη και τις δύσκολες στιγμές που έζησε εκείνη και τα παιδιά τους.

«Βλέπω κάποιες αναπάντητες κλήσεις στο τηλέφωνό μου, γιατί το έχω στο αθόρυβο, και καταλαβαίνω αυτομάτως, γιατί το ένα ήταν από τη γραμματέα του συζύγου μου και το δεύτερο ήταν από έναν αστυνομικό, και καταλαβαίνω αμέσως ότι κάτι δεν πάει καλά. Οπότε, χωρίς να απαντήσω στο τηλέφωνο καν, να δω τι έχει συμβεί, πετάω τα ακουστικά και τα μικρόφωνα και βγαίνω έξω.
Με παίρνουν τηλέφωνο και το μόνο που θυμάμαι είναι τον εαυτό μου να επαναλαμβάνει συνεχώς: “Πείτε μου αν έχει τις αισθήσεις του”. Αυτό. Πήγα να οδηγήσω. Μου φώναξαν αμέσως από την παραγωγή ένα ταξί. Μπήκα μέσα στο ταξί. Μέσα στο ταξί με πήρε ο ίδιος ο πρωθυπουργός τηλέφωνο να μου εξηγήσει τι έγινε, την ώρα που ήταν στον πρωινό καφέ και ήταν παρόντες όλοι. Δεν θυμάμαι πάρα πολλά συγκεκριμένα. Εγώ δεν πρόλαβα καν να τον δω, διότι την ώρα που πήγαν να με βάλουν μέσα στον αξονικό τομογράφο ήδη τον είχαν διασωληνώσει, οπότε δεν πρόλαβα καν. Δηλαδή, με σταμάτησαν», είπε στο Tlife.gr. Όσο για το πώς το ανακοίνωσε στα παιδιά τους αποκάλυψε: «Στα παιδιά το ανακοίνωσα… Κοιμόντουσαν, γιατί ήταν οι διακοπές του Πάσχα τότε, οπότε και οι δύο ήταν στο σπίτι. Το ανακοίνωσα πια γύρω στη μία η ώρα, δύο το μεσημέρι, ότι έχει συμβεί κάτι στον μπαμπά. Μην ανησυχήσετε. Μην ακούτε τις ειδήσεις, μην ακούτε τις εκπομπές, μη διαβάζετε πολλά ή ό,τι και να διαβάσετε να παίρνετε εμένα τηλέφωνο. Δεν άφησα ποτέ στα παιδιά να πιστέψουν ότι θα συμβεί κάτι διαφορετικό από αυτό που συνέβη. Ποτέ, ποτέ, ποτέ. Ακόμα και όταν όλα ήταν μαύρα.

Δεν υπήρχε δηλαδή ούτε το ελάχιστο παραθυράκι. Ποτέ. Και τους έλεγα, επαναλάμβανα αυτό ακριβώς, ότι την αλήθεια θα τη μαθαίνετε από μένα. Εγώ θα σας πω και ότι θα μπορεί να δυσκολευτούμε πολύ, αλλά στο τέλος θα πάνε όλα καλά. Γιατί το πίστευα, όχι γιατί το έλεγα για να ωραιοποιήσω μια κατάσταση. Έκανα κάποια πράγματα μηχανικά. Σηκωνόμουνα το πρωί, νωρίς, πήγαινα στο νοσοκομείο και καθόμουνα μέχρι το βράδυ. Μπαινόβγαινα μέσα. Αυτό. Ήταν όλο το ίδιο. Και περίμενα ένα δείγμα για να συνεχίσω, ξέρεις, να υπάρχω και να παίρνω κουράγιο. Ερχόντουσαν πάρα πολλοί φίλοι, ερχόντουσαν άγνωστοι άνθρωποι από παντού. Αυτό που έζησα ήταν πραγματικά συγκινητικό. Δεν μπορούσα να φανταστώ ποτέ ότι θα βρεθούν τόσοι άνθρωποι δίπλα μου.
Ότι επί είκοσι έξι μέρες, είκοσι επτά, θα υπήρχε κόσμος δίπλα μου που ερχότανε μαζί μου το πρωί στις οκτώ η ώρα και έφευγε στις έντεκα η ώρα το βράδυ και αν δεν έφευγα, δεν έφευγαν. Δεν μπορούσα να το φανταστώ. Ειλικρινά. Τι να σου πω; Να σου πω ότι υπήρχανε εστιατόρια, καφετέριες που μου στέλναν το μεσημέρι φαγητό; Εκείνη την ημέρα λύγισα. Την πρώτη, ναι. Είπα ότι δεν με κρατάνε τα πόδια μου. Ένιωθα να τρέμω. Ένιωθα αυτό που λες ότι θα λιποθυμήσω. Νομίζω ότι πρέπει να ήταν και η πρώτη φορά που τον είδα έτσι, η πρώτη εικόνα που τον είδα μέσα στην εντατική. Μετά έμπαινα μέσα και δεν αισθανόμουν στενοχώρια, δεν αισθανόμουν λύπη και ήταν αυτό που συζητούσα πολλές φορές με τον εαυτό μου, με τον αδερφό μου. Του έλεγα, γιατί ήμασταν οι δύο άνθρωποι που μπαίναμε μέσα, “αισθάνεσαι αυτό που αισθάνομαι; Εγώ δεν στενοχωριέμαι. Είναι φυσιολογικό; Πρέπει να αισθάνομαι έτσι; Μου συμβαίνει κάτι;”. Άρχισα να καταγράφω τις αντιδράσεις του για να τις δείχνω στους γιατρούς».
Κατεβάστε τη δωρεάν εφαρμογή και διαβάστε πρώτοι τις ειδήσεις στο κινητό σας.









