Μου αρέσει αυτή η παλιά λέξη: κιμπάρης. Εχει μέσα της κάτι που κοντεύουμε να ξεχάσουμε. Ο κιμπάρης δεν είναι ο σπάταλος, δεν είναι αυτός που σκορπάει τα λεφτά του για να κάνει επίδειξη ή, κατ’ ανάγκην, ο bon vivant.
Απο τη Γεωργία Δρακάκη
Ο κιμπάρης είναι αυτός ο τύπος που δεν μετράει τα πάντα με το υποδεκάμετρο και, φυσικά, δεν κρατάει τεφτέρι για κάθε καλό που έκανε, περιμένοντας πότε θα του το ξεπληρώσεις.
Ο κιμπάρης θα πει «άσ’ το πάνω μου» και θα το εννοεί. Θα κεράσει χωρίς να κοιτάζει ποιος ήπιε το δεύτερο ποτό. Θα σου ανοίξει το σπίτι του και δεν θα σε κάνει να αισθανθείς επισκέπτης, αλλά κατά κάποιον τρόπο «συγκάτοικος». Θα πει μια καλή κουβέντα όταν θα μπορούσε να τη φυλάξει για τον εαυτό του. Θα δώσει χώρο, χρόνο, συγχώρεση. Γιατί, ξέρετε τώρα, υπάρχει και αυτού του τύπου η καρμιριά που δεν έχει καμία σχέση με τα χρήματα. Καρμιριά στο «μπράβο». Στο «σ’ ευχαριστώ». Στο «συγγνώμη». Στο «τι ωραίο αυτό που φοράς, πόσο σου πάει!». Στην αγκαλιά. Στη χαρά για την επιτυχία του άλλου. Ανθρωποι που δυσκολεύονται αφάνταστα να δώσουν κάτι που δεν τους κοστίζει απολύτως τίποτα.

Η μιζέρια είναι να φοβάσαι διαρκώς μήπως δώσεις λίγο παραπάνω απ’ όσο «πρέπει». Μήπως ο άλλος πάρει περισσότερα. Μήπως χαρεί περισσότερο. Μήπως, Θεός φυλάξοι, βγει πιο κερδισμένος από σένα. Τι εξαντλητική λογι(στι)κή! Τι ταλαιπωρητικός ισολογισμός.
Βέβαια, η ζωή δεν είναι λογιστήριο. Και, μεταξύ μας τώρα, δεν κρατάει τόσο πολύ ώστε να αξίζει να την περάσουμε με το κομπιουτεράκι στο χέρι. Η αρχοντιά έγκειται στο να μπορείς να χάσεις και λίγο. Να δώσεις κάτι παραπάνω χωρίς να σε πιάσει ταχυπαλμία. Να αφήσεις τον άλλον να έχει τον τελευταίο λόγο καμιά φορά. Να μη διεκδικείς μέχρι τελευταίας δεκάρας (κυριολεκτικά και μεταφορικά) ό,τι θεωρείς πως σου αναλογεί. Πολύ απλά, επειδή κάποια πράγματα τα κάνεις όχι επειδή ο άλλος τα αξίζει πάντοτε, αλλά επειδή εσύ έχεις αποφασίσει τι άνθρωπος θέλεις να είσαι.
Αυτό που είμαστε μπορεί πολύ εντίμως να κριθεί από τη σχέση μας με το «δούναι». Και ίσως αυτή να είναι η πιο ωραία πολυτέλεια που μπορεί να αποκτήσει κανείς: η γενναιοδωρία. Η μεγαλοψυχία. Η μεγαλοσύνη, ευρύτερα. Η αρχοντιά! Κι αν καμιά φορά δώσεις λίγο περισσότερο απ’ όσο πήρες; Ε, και; Να ’μαστε, μωρέ, αρχόντοι.
Σημειωτέον, υπάρχει ένα πολύ συγκεκριμένο και γοητευτικό γνώρισμα του «άρχοντα» και της «αρχόντισσας»: δεν έχει την ανάγκη να αποδεικνύει διαρκώς ότι είναι άρχοντας. Δεν θα κάνει τον άλλον να νιώσει μικρός για να φανεί εκείνος μεγάλος. Δεν θα επιδείξει τη μόρφωσή του στον λιγότερο μορφωμένο, τα λεφτά του σ’ εκείνον που δυσκολεύεται, τις γνωριμίες του σ’ εκείνον που δεν έχει «άκρες», την επιτυχία του σ’ εκείνον που περνάει μια κακή φάση. Υπάρχει μια λεπτότητα στη γενναιοδωρία που συχνά την ξεχνάμε: δεν αρκεί να δίνεις, έχει σημασία και πώς δίνεις.
Γιατί μπορείς να κάνεις ακόμη και το καλό με τρόπο που ταπεινώνει. Να βοηθήσεις και συγχρόνως να φροντίσεις να μάθουν όλοι ότι βοήθησες. Να κεράσεις και να το αναφέρεις άλλες δεκαεπτά φορές. Να σταθείς σε κάποιον και μετά να του το χρεώνεις εφ’ όρου ζωής. Ε, αυτό δεν είναι κιμπαριλίκι. Είναι επένδυση με προσδοκώμενη απόδοση. Είναι «τηλεοπτικό». Στημένο.
Επιτέλους, ας επιλέξουμε τι είδους άνθρωποι θέλουμε να είμαστε. Ας μη μένουμε μόνο στις διακηρύξεις και στις θεωρίες. Ας αποφασίσουμε να γίνουμε καλύτεροι, λαμπρότεροι, χρησιμότεροι για τους γύρω μας από αυτήν κιόλας τη στιγμή. Εκτός αν δεν αγαπάμε την αρχοντιά…
Κατεβάστε τη δωρεάν εφαρμογή και διαβάστε πρώτοι τις ειδήσεις στο κινητό σας.




