Σκεφτείτε πόσοι άντρες και γυναίκες από, ας πούμε, 30 μέχρι, ας πούμε, 55 ετών ζουν μόνοι, στο νοίκι, χωρίς σύντροφο, χωρίς οικογένεια. Σκεφτείτε εργαζόμενες και εργαζομένους, που επιβαίνουν στα λεωφορεία και στα μετρό, τρεχάτους, αγχωμένους, με σακούλες σούπερ μάρκετ στα χέρια, μεροκάματα, νυχτοκάματα και αφόρτιστα κινητά. Σκεφτείτε τα όλα αυτά.
Απο τη Γεωργία Δρακάκη
Τα κρεβάτια τους πάντα ξέστρωτα, το υπνοδωμάτιο ακατάστατο, κάλτσες με χαμένο το ζευγάρι τους πεταμένες κάτω πετσέτες.
Σπίτια ζεστά, οικεία, λιγάκι απεριποίητα, ίσως και βρόμικα μερικές φορές: ψίχουλα, κόκκοι καφέ, τρίμματα καπνών, ένα τασάκι που άργησε να αδειάσει και να καθαριστεί,στάχτες στο κάλυμμα του καναπέ, υπολείμματα πρωινών και βραδινών ονείρων εδώ κι εκεί. Ενα βλέμμα ξέφραγο, μια ταινία μισοκοιμισμένη, κούπες με ροφήματα και μια ασπιρίνη ξεχασμένη στο σκονισμένο κομοδίνο, σ’ ένα βάζο λουλούδια. Πρησμένα πόδια, κλειστός λαιμός από το κάπνισμα, πρησμένα μάτια από την κούραση. Τσίμα τσίμα πάλι το νοίκι, κι εκείνη δεν λέει να εμφανιστεί, δεν λέει να στείλει… Διπλό κρεβάτι με βαθουλωμένη μόνο τη μία πλευρά. Ξύπνημα αργά το μεσημέρι, με καφέ, ντουζάκι, μερικά τηλέφωνα («Τι κάνεις, ρε μάνα; Σ’ έχασα»), απόγευμα αργά στον ΗΣΑΠ, έναρξη βάρδιας στις 8. Χειμωνιάζει και νυχτώνει νωρίτερα. Μετά, βόλτα τον σκύλο τα ξημερώματα και πάλι ύπνο. Πρώτα λίγο σκρολάρισμα, λίγες αηδίες ψηφιακές, αντί για βάλιουμ. Χρειάζεται επειγόντως μια γενική εδώ μέσα, αλλά πού να βρεθούν ο χρόνος και η διάθεση; Πού;
Στο ρεπό, μπορεί. Αλλά το ρεπό είναι προορισμένο για ναυαγισμένα σχέδια, για κρεβάτι, για παράθυρα κλειστά, για αυτή την πολύτιμη ηρεμία. Κανείς δεν σου ζητά, κανείς δεν προσδοκά ευγένεια καικανένας δεν χρωστά χαμόγελο. Εξω, ένας χωρίζει, ένας πεθαίνει, άλλος γεννιέται και μερικοί κάνουν έρωτα. Πλύσιμο πιάτων, μια μπουγάδα, ο ήχος που κάνει το καζανάκι, ένας λεκές στον τοίχο. Η ενηλικίωση έχει γεύση σκουριάς στο στόμα και μυρωδιά του φινάλε της λαϊκής με τους κάδους ξεχειλισμένους από απομεινάρια ζαρζαβατικών.

Μια αίσθηση αποτυχίας… Αλλοι ζευγαρωμένοι, άλλοι κυνηγούν ένα κουτσούβελο στην άκρη του μώλου στη μαρίνα. Αυτό γελάει, τρέχει από πίσω κι ένα σκυλάκι. Ζωές βγαλμένες από διαφημίσεις, μαλλιά πιο λαμπερά, δόντια πιο αστραφτερά, χρήματα πιο νοικοκυρεμένα, λιγότερα ή καθόλου χρέη. Μια αίσθηση ελευθερίας: λογαριασμό δίνω μόνο στον εαυτό μου, δεν έχω την ευθύνη άλλων, καθαρίζω όποτε γουστάρω, πλένομαι όποτε γουστάρω, αν θέλω το πάω και σερί και βλέπω τον ουρανό να ξημερώνει σε αυτό το πανέμορφο κελί που λέγεται αττικός ουρανός. Αίσθηση μοναξιάς: πού είναι όλοι και γιατί κανείς δεν μου τηλεφωνά; Πότε θα βγω για ένα ποτό, όπως παλιά; Μετά, ύπνος. Μερικά ποιήματα προσπαθούν να χωρέσουναπό τα στόρια – για την ώρα, απαγορεύεται η είσοδος στην oμορφιά.
«Τις πιο όμορφες μέρες μας δεν τις έχουμε ζήσει ακόμα» τραγουδά από ένα μακρινό μπαλκόνι στη Βικτώρια η Μαρία Δημητριάδη. Είναι Δευτέρα απόγευμα. Ψιλοβρέχει, η πόλη άναψε τα φώτα της σαν το λούνα παρκ του Δημήτρη Μητροπάνου και η ζωή κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα από καθέναν μας: συνεχίζεται. Θα μπει την πρώτη του μήνα ο μισθός, θα βγει ένα καινούργιο κομμάτι, μια καινούργια ταινία, θα ανοίξει ένα ακόμα μαγαζί με νέον ταμπέλες και πολλές υποσχέσεις απόλαυσης, ένας μετανάστης θα πιάσει δουλειά στη λάντζα, ένα σεμινάριο θα ανακοινωθεί στα σόσιαλ με αφισάκι φτιαγμένο από την Τεχνητή Νοημοσύνη – όλα αυτά και άλλα τόσα.
Οσοι είναι μόνοι έχουν τις καλές και τις κακές στιγμές τους. Και η μοναξιά τους όμως είναι, ώρες ώρες, ζήτημα ταξικό και εξόχως… άτακτο.
Κατεβάστε τη δωρεάν εφαρμογή και διαβάστε πρώτοι τις ειδήσεις στο κινητό σας.








