Πέρασαν 22 χρόνια από εκείνο το πρωινό της 14ης Οκτωβρίου που όλα τα κανάλια διέκοψαν το πρόγραμμά τους για να ανακοινώσουν τον θάνατο του Βλάσση Μπονάτσου. Μία είδηση που πάγωσε τον καλλιτεχνικό κόσμο αλλά και τους θαυμαστές τους που τον λάτρεψαν.
- Από τη Βάσω Λιόκαυτου
Ήταν μόνο 55 χρόνων όταν έφυγε ξαφνικά από τη ζωή μετά από κρίση που υπέστη καθώς έπασχε από κληρονομικό αγγειοοίδημα. Σύμφωνα με το επίσημο ιατρικό ανακοινωθέν, ο θάνατός του οφειλόταν σε αποφρακτική οιδηματώδη λαρυγγίτιδα. Ο Βλάσσης Μπονάτσος χάθηκε μπροστά στα μάτια της μικρής του κόρης Ζένιας με εκείνη να αποκαλύπτει για τη μέρα που τη σημάδεψε: «Την έκρηξη που είχε ο πατέρας μου την έχω κι εγώ. Τον θυμάμαι… Θυμάμαι το σφύριγμά του από την ώρα που θα πάρκαρε μέχρι την ώρα που θα έμπαινε στο σπίτι, εγώ τρελαινόμουν και φώναζα «μπαμπά». Μου λείπει πολύ…Θυμάμαι τη μέρα που έφυγε από τη ζωή. Έγιναν όλα μπροστά μου.
Τρεις το βράδυ για κάποιο λόγο είχα ξυπνήσει, η μάνα μου ήταν κρυωμένη και ο μπαμπάς μου έφτιαχνε χαμομήλι και σφύριζε… και για κάποιο λόγο εκεί που με πείραζε και μου τραγουδούσε, κάτι με πιάνει και φεύγω και πάω στο δωμάτιο της μαμάς μου και της λέω «μαμά ο μπαμπάς δεν είναι καλά, θα πεθάνει» και δεν είχε συμβεί κάτι… Αφού φέρνει το χαμομήλι και είμαστε στο κρεβάτι, αρχίζει να μην μπορεί να αναπνεύσει και φωνάζει «Μάρθα, Μάρθα», δεν ανέπνεε, κουτούλαγε από τοίχο σε τοίχο, λιποθύμησε έξω από το δωμάτιό μου… Εγώ προσπαθούσα να του δώσω το φιλί της ζωής, ότι μπορούσα ήμουν επτά χρονών, η μάνα μου πήρε να έρθει ασθενοφόρο… Ο πατέρας μου είχε κληρονομικό αγγειοοίδημα, το οποίο έχω κληρονομήσει. Συνειδητοποίησα ότι ο πατέρας μου δεν ζει όταν τον είδα στο ψυγείο νεκρό και τελευταία φορά τον είδα στην κηδεία».
Ο Βλάσσης Μπονάτσος γεννήθηκε στις 30 Νοεμβρίου, με καταγωγή από το Ξυλόκαστρο Κορινθίας. Μεγάλωσε σε οικογένεια με έντονη σχέση με την παιδεία και τη μουσική, καθώς ο πατέρας του ήταν δικαστικός και η μητέρα του καθηγήτρια πιάνου. Από νεαρή ηλικία έδειξε την προτίμησή του στη μουσική, σε μια περίοδο κατά την οποία η ελληνική νεολαία ανακάλυπτε τους ήχους της διεθνούς ροκ σκηνής και αναζητούσε νέες μορφές έκφρασης. Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 συμμετείχε στη δημιουργία των «Πελόμα Μποκιού», ενός από τα χαρακτηριστικότερα συγκροτήματα της ελληνικής ροκ σκηνής. Το παράξενο όνομα του συγκροτήματος προέκυψε από τον συνδυασμό συλλαβών των επωνύμων των μελών του, ενώ η μουσική του διαδρομή συνδέθηκε με τον πειραματισμό και τις επιρροές από το εξωτερικό.
Με το τραγούδι «Γαρύφαλλος», το συγκρότημα γνώρισε ιδιαίτερη απήχηση και άφησε το δικό του αποτύπωμα στην ιστορία της ελληνικής ροκ μουσικής. Ο Βλάσσης Μπονάτσος δεν αντιμετώπιζε τη μουσική αποκλειστικά ως επαγγελματική δραστηριότητα. Για εκείνον αποτελούσε τρόπο ζωής, μέσο έκφρασης και προσωπικής ελευθερίας. Αυτή η αντίληψη θα τον ακολουθούσε σε ολόκληρη την καλλιτεχνική του πορεία. Στη συνέχεια αναζήτησε νέους μουσικούς δρόμους, πέρασε από το Λονδίνο και διατήρησε ενεργή παρουσία στο τραγούδι, παρουσιάζοντας προσωπικές δουλειές και συνεργασίες. Ανάμεσα στα τραγούδια που συνδέθηκαν με το όνομά του συγκαταλέγονται τα «Μεταμορφώσεις», «Εμένα», «Μια Γυναίκα», «Η Ζωή Είναι Μια Τρύπα» και «Αγαπάω».
Ο μεγάλος έρωτας με την Αλίκη Βουγιουκλάκη
Ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια της ζωής του υπήρξε η σχέση του με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, η οποία απασχόλησε εκτενώς τον Τύπο της εποχής. Η γνωριμία τους συνδέθηκε με τη θεατρική παράσταση «Εβίτα», στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Η Αλίκη Βουγιουκλάκη πρωταγωνιστούσε στον ομώνυμο ρόλο, ενώ ο Μπονάτσος ενσάρκωνε τον Τσε, σε μια συνεργασία που εξελίχθηκε σε προσωπικό δεσμό.

Η σχέση τους συγκέντρωσε έντονο ενδιαφέρον, καθώς οι δύο καλλιτέχνες προέρχονταν από διαφορετικούς κόσμους της ελληνικής ψυχαγωγίας. Εκείνη ήταν ήδη η απόλυτη σταρ του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου, ενώ εκείνος εκπροσωπούσε μια πιο αντισυμβατική καλλιτεχνική αντίληψη, με έντονες επιρροές από τη ροκ κουλτούρα.
Παρά τις διαφορές τους, έζησαν έναν πολυσυζητημένο έρωτα που διήρκεσε αρκετά χρόνια, ενώ συνεργάστηκαν και στη θεατρική παραγωγή «Βίκτωρ Βικτώρια». Η σχέση τους δεν οδηγήθηκε σε γάμο, ωστόσο παρέμεινε μία από τις πιο χαρακτηριστικές ιστορίες της ελληνικής καλλιτεχνικής ζωής της δεκαετίας του 1980.
Οι «Απαράδεκτοι» και η τηλεοπτική απογείωση
Αν η μουσική και το θέατρο αποτέλεσαν τους πρώτους μεγάλους σταθμούς της καριέρας του, η τηλεόραση ήταν εκείνη που τον καθιέρωσε στην ευρύτερη συνείδηση του ελληνικού κοινού. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ο Βλάσσης Μπονάτσος συμμετείχε στη θρυλική τηλεοπτική σειρά «Οι Απαράδεκτοι», η οποία προβλήθηκε από το MEGA και αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες κωμωδίες της ελληνικής τηλεοπτικής ιστορίας.

Στο πλευρό της Δήμητρας Παπαδοπούλου, του Σπύρου Παπαδόπουλου και του Γιάννη Μπέζου, δημιούργησε έναν χαρακτήρα που ταυτίστηκε σε μεγάλο βαθμό με τη δική του προσωπικότητα. Ο τηλεοπτικός Βλάσσης ήταν αυθόρμητος, παρορμητικός, αστείος και συχνά απρόβλεπτος. Η φυσικότητα της ερμηνείας του, σε συνδυασμό με την ιδιαίτερη χημεία των πρωταγωνιστών, συνέβαλε καθοριστικά στην επιτυχία της σειράς. Οι «Απαράδεκτοι» δεν περιορίστηκαν σε μια ακόμη επιτυχημένη τηλεοπτική παραγωγή. Απέκτησαν διαχρονική απήχηση, με τους διαλόγους, τις σκηνές και τους χαρακτήρες τους να αναπαράγονται ακόμη και σήμερα.

Για τον Βλάσση Μπονάτσο, η συμμετοχή του στη σειρά αποτέλεσε μια δεύτερη μεγάλη καλλιτεχνική αναγνώριση, αυτή τη φορά μπροστά σε ένα κοινό πολύ ευρύτερο από εκείνο της μουσικής του διαδρομής.
Ο άνθρωπος που έκανε τις τηλεοπτικές φάρσες τέχνη
Η τηλεοπτική παρουσία του δεν περιορίστηκε στην υποκριτική. Αντιθέτως, ο Βλάσσης Μπονάτσος ανέπτυξε μια ιδιαίτερα επιτυχημένη πορεία ως παρουσιαστής ψυχαγωγικών εκπομπών και τηλεπαιχνιδιών. Με εκπομπές όπως «Άλλα Κόλπα», «Με το κλειδί στο χέρι», «Κόντρες», «Βλας Μπακ» και «Πάμε για άλλα», απέδειξε ότι μπορούσε να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον των τηλεθεατών χωρίς να στηρίζεται αποκλειστικά σε ένα αυστηρά δομημένο τηλεοπτικό σενάριο.
Ξεχωριστή θέση στην τηλεοπτική του πορεία κατείχαν οι φάρσες σε γνωστά πρόσωπα, ένα είδος ψυχαγωγίας στο οποίο υπήρξε πρωτοπόρος για τα ελληνικά δεδομένα. Η μεγάλη του δύναμη ήταν η αμεσότητα. Δεν χρειαζόταν να υποδυθεί κάποιον διαφορετικό άνθρωπο για να προκαλέσει γέλιο. Αρκούσαν μια αυθόρμητη αντίδραση, μια απρόβλεπτη κίνηση ή μια από τις χαρακτηριστικές εκφράσεις του. Το «Φύγε εσύ, έλα εσύ», το «Τρομερό» και άλλες αυθόρμητες ατάκες του πέρασαν στην καθημερινή γλώσσα, αποκτώντας μια δημοφιλία που ξεπέρασε τη διάρκεια ζωής των εκπομπών στις οποίες ακούστηκαν.
Σε μια εποχή κατά την οποία η τηλεοπτική ψυχαγωγία αναζητούσε νέες φόρμες, ο Μπονάτσος απέδειξε ότι η προσωπικότητα του παρουσιαστή μπορούσε να αποτελεί από μόνη της το σημαντικότερο στοιχείο μιας εκπομπής.
Η οικογένεια και η προσωπική του ζωή
Πίσω από τη δημόσια εικόνα του ακούραστου διασκεδαστή υπήρχε και μια διαφορετική πλευρά, εκείνη του οικογενειάρχη. Ο Βλάσσης Μπονάτσος παντρεύτηκε τη Μάρθα Κουτουμάνου, κόρη της σπουδαίας ηθοποιού Ζωής Λάσκαρη, με την οποία απέκτησε μία κόρη, τη Ζένια Μπονάτσου.

Η γέννηση της κόρης του αποτέλεσε σημαντικό σταθμό στην προσωπική του ζωή. Παρά τις επαγγελματικές υποχρεώσεις και την έντονη δημοσιότητα που τον συνόδευε, ο ίδιος είχε εκφράσει σε δημόσιες εμφανίσεις του τη μεγάλη αγάπη για την οικογένειά του. Η Ζένια ήταν μόλις εννέα ετών όταν έχασε τον πατέρα της, γεγονός που προσέδωσε ακόμη μεγαλύτερη συγκινησιακή φόρτιση στον αιφνίδιο θάνατό του.

Κατεβάστε τη δωρεάν εφαρμογή και διαβάστε πρώτοι τις ειδήσεις στο κινητό σας.









