Την αθώωση των δύο επαγγελματιών ψαράδων που κατηγορούνταν για τον θάνατο του πρώην υπουργού και ιστορικού στελέχους του ΠΑΣΟΚ, Σήφη Βαλυράκη, αποφάσισε την Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2026 το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Αθήνας, ολοκληρώνοντας μια πολύμηνη ακροαματική διαδικασία για μία υπόθεση που απασχόλησε επί σχεδόν έξι χρόνια τη Δικαιοσύνη.

Η απόφαση ελήφθη κατά πλειοψηφία, με έξι μέλη του δικαστηρίου να τάσσονται υπέρ της αθώωσης και ένα υπέρ της ενοχής των δύο κατηγορουμένων. Μειοψήφησε ο πρόεδρος της έδρας, ο οποίος διατύπωσε την άποψη ότι οι δύο άνδρες έπρεπε να κηρυχθούν ένοχοι για την κατηγορία της ανθρωποκτονίας από πρόθεση από κοινού. Με την ετυμηγορία του, το δικαστήριο δεν υιοθέτησε την πρόταση του εισαγγελέα Παναγιώτη Ηλιόπουλου, ο οποίος είχε ζητήσει την καταδίκη των δύο αδελφών, υποστηρίζοντας ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία προέκυπτε η εμπλοκή τους στο θανατηφόρο περιστατικό. Η ανακοίνωση της απόφασης προκάλεσε έντονη συγκινησιακή φόρτιση στην αίθουσα, με τους δύο κατηγορουμένους και συγγενικά τους πρόσωπα να ξεσπούν σε κλάματα.

Ο Σήφης Βαλυράκης έχασε τη ζωή του στις 24 Ιανουαρίου 2021, στη θαλάσσια περιοχή της Ερέτριας, όπου είχε μεταβεί με το φουσκωτό σκάφος του για ψάρεμα. Ο πρώην υπουργός εντοπίστηκε νεκρός στη θάλασσα, φέροντας σοβαρά τραύματα στο κεφάλι και σε άλλα σημεία του σώματός του, γεγονός που προκάλεσε από την πρώτη στιγμή ερωτήματα σχετικά με τις ακριβείς συνθήκες του θανάτου του. Παρότι αρχικά εξετάστηκε το ενδεχόμενο θαλάσσιου ατυχήματος, η οικογένειά του αμφισβήτησε αυτή την εκδοχή και επέμεινε στην ανάγκη διερεύνησης πιθανής εγκληματικής ενέργειας. Στο επίκεντρο της έρευνας βρέθηκαν δύο αδέλφια, επαγγελματίες αλιείς της περιοχής, οι οποίοι παραπέμφθηκαν τελικά σε δίκη με την κατηγορία της ανθρωποκτονίας από πρόθεση από κοινού και σε ήρεμη ψυχική κατάσταση.
Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, οι δύο άνδρες φέρονταν να είχαν εμπλακεί σε διαπληκτισμό με τον Σήφη Βαλυράκη ενώ βρίσκονταν στη θάλασσα. Κατά την κατηγορία, ακολούθησαν χτυπήματα σε βάρος του πρώην υπουργού, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα να πέσει στο νερό και να χάσει τη ζωή του. Οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν εξαρχής οποιαδήποτε συμμετοχή στο περιστατικό, υποστηρίζοντας ότι δεν είχαν βγει για ψάρεμα την ημέρα του θανάτου του. Η δίκη διήρκεσε περίπου έναν χρόνο, με σχεδόν 60 συνεδριάσεις, κατά τις οποίες εξετάστηκε μεγάλος αριθμός μαρτύρων, ιατροδικαστικών στοιχείων και δεδομένων που αφορούσαν τις κινήσεις των εμπλεκομένων. Κεντρικό ζήτημα της αποδεικτικής διαδικασίας αποτέλεσε η παρουσία ή μη του αλιευτικού σκάφους των κατηγορουμένων στη θαλάσσια περιοχή όπου βρισκόταν ο Σήφης Βαλυράκης.

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδόθηκε στις καταθέσεις μαρτύρων που υποστήριξαν ότι είχαν αντιληφθεί διαπληκτισμό ανάμεσα σε επιβαίνοντες δύο σκαφών. Ένας από τους μάρτυρες, ο οποίος κατέθεσε τον Ιανουάριο του 2026, περιέγραψε περιστατικό έντασης στη θάλασσα, συνδέοντάς το με το φουσκωτό του πρώην υπουργού. Παράλληλα, εξετάστηκαν οι κινήσεις των δύο κατηγορουμένων, οι ισχυρισμοί τους για το πού βρίσκονταν την επίμαχη ημέρα, καθώς και καταθέσεις προσώπων του οικογενειακού και επαγγελματικού τους περιβάλλοντος.
Σημαντικό μέρος της διαδικασίας αφιερώθηκε στα ιατροδικαστικά ευρήματα, καθώς επιχειρήθηκε να διευκρινιστεί ο μηχανισμός πρόκλησης των τραυμάτων και το κατά πόσο αυτά μπορούσαν να αποδοθούν σε ατύχημα ή σε προηγηθείσα βίαιη ενέργεια. Η χήρα του πρώην υπουργού, Μίνα Βαλυράκη, υποστήριξε κατά την κατάθεσή της ότι ο σύζυγός της δεν έχασε τη ζωή του σε ατύχημα, αλλά υπήρξε θύμα εγκληματικής ενέργειας. Διαφορετική από την τελική κρίση του δικαστηρίου ήταν η αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων από τον εισαγγελέα της έδρας. Ο Παναγιώτης Ηλιόπουλος είχε εισηγηθεί την ενοχή των δύο κατηγορουμένων, υποστηρίζοντας ότι το αλιευτικό τους σκάφος είχε βγει από το λιμάνι της Ερέτριας και είχε βρεθεί στην περιοχή όπου κινείτο το φουσκωτό του Σήφη Βαλυράκη. Σύμφωνα με την εισαγγελική εκδοχή, ακολούθησε διαπληκτισμός ανάμεσα στους επιβαίνοντες των δύο σκαφών, επικίνδυνοι ελιγμοί και χτυπήματα με ξύλινο κοντάρι εναντίον του πρώην υπουργού.

Ο εισαγγελικός λειτουργός είχε υποστηρίξει ότι ένας από τους κατηγορουμένους κατάφερε επανειλημμένα χτυπήματα στο επάνω μέρος του σώματος του Σήφη Βαλυράκη, προκαλώντας την πτώση του στη θάλασσα. Κατά την αγόρευσή του είχε αναφέρει ότι ο πρώην υπουργός δέχθηκε δύο έως τρία χτυπήματα με κοντάρι, ενώ είχε συνδέσει τα θανατηφόρα τραύματα με επαφή με προπέλα σκάφους. Η συγκεκριμένη εκδοχή, ωστόσο, δεν έγινε δεκτή από την πλειοψηφία του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, το οποίο αποφάσισε την απαλλαγή των δύο αδελφών από την κατηγορία.

Η απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου αποτελεί σημαντικό σταθμό στη δικαστική διαδρομή μιας υπόθεσης που απασχόλησε επί χρόνια την κοινή γνώμη, λόγω τόσο των συνθηκών θανάτου του πρώην υπουργού όσο και της μακράς διαδικασίας που προηγήθηκε μέχρι την εκδίκαση της κατηγορίας. Το γεγονός ότι ο πρόεδρος του δικαστηρίου μειοψήφησε, τασσόμενος υπέρ της ενοχής, αποτυπώνει τη διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων στο εσωτερικό της δικαστικής σύνθεσης. Παράλληλα, η απόκλιση της πλειοψηφικής απόφασης από την εισαγγελική πρόταση αναδεικνύει τις διαφορετικές εκτιμήσεις που διατυπώθηκαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας για τη συμμετοχή των δύο κατηγορουμένων στο περιστατικό. Η αθωωτική ετυμηγορία αφορά την ποινική ευθύνη των δύο συγκεκριμένων προσώπων. Το πλήρες σκεπτικό της δικαστικής απόφασης θα έχει ιδιαίτερη σημασία για την αποσαφήνιση των λόγων που οδήγησαν την πλειοψηφία στην απαλλαγή τους.
Κατεβάστε τη δωρεάν εφαρμογή και διαβάστε πρώτοι τις ειδήσεις στο κινητό σας.









