Σκέφτομαι κάπου μια μικρή κουζίνα με μουσαμά, στρωμένο στο στρογγυλό τραπέζι, να μυρίζει σέλινο από φρεσκοβρασμένη φασολάδα. Σκέφτομαι ποιοι τη μοιράζονται, πόση αγάπη μπορεί να χωρέσει σε ένα μπολ και πόσο αγαπώ το ταξίδι των μυρωδικών από τους πάγκους της λαϊκής στη σακούλα την κίτρινη τη νάιλον, κι από εκεί στο ξύλο κοπής και την κατσαρόλα.
Από τη Γεωργία Δρακάκη
Περπατώ αγκαζέ με τον φίλο μου και μέντορά μου, τον υπέρτατο Υδροχόο Ζ., στο Κολωνάκι. Χαζεύουμε βιτρίνες, κάνουμε σχέδια, τα μισά εκ των οποίων δεν θα υλοποιήσουμε ποτέ. Λέμε: «Κάποιος τώρα πεθαίνει, κάποιος άνθρωπος σπουδαίος, ανώνυμος. Δεν μπορεί να είναι όλοι Μαζωνάκηδες. Κάποιος που έκανε καλό, που φύτεψε ντοματούλες και μαρουλάκια, που χάιδεψε κεφάλια ζώων στοργικά».
Λέμε: «Κάποιος τώρα γεννιέται, κάποιος που μπορεί να είναι ο μεγάλος έρωτας μιας μικρής μας φίλης ή εκείνος που θα συνταξιδέψει με τον δικό μου γιο σε ένα νησί, ένα καλοκαίρι, παίρνοντας το καράβι από το αιώνιο λιμάνι του Πειραιά».
Αποχαιρετιόμαστε. Κάθομαι για έναν καφέ. Παρατηρώ τους ανθρώπους, ψάχνω να βρω λίγο ενδιαφέρον και σπίθα στα μάτια τους, κοιτάζω την ομορφιά τους: όλοι και όλες είναι όμορφοι και όμορφες με διαφορετικούς, αντικρουόμενους και συνυπάρχοντες τρόπους. Ισως μερικά βλέμματα κοιτάζουν εμένα, ίσως έχουν λόγο κάποια μυαλά να απασχοληθούν και με τη δική μου μορφή για μερικά λεπτά ή δευτερόλεπτα.
Σκέφτομαι κάπου ένα κρεβάτι τσαλακωμένο, κάτω από το βάρος της χορογραφίας δύο σωμάτων που συναντήθηκαν πρόσφατα ή που γνωρίζονται χρόνια. Πόσο διαφορετική είναι η αίσθηση της τσαλάκας και του ιδρώτα από έρωτα με σώμα καινούργιο σε σχέση με σώμα παλιό, βιωμένο, χωνευμένο! Πόσο καιρό, πόσες εποχές, πόσους αιώνες έχω να κάνω έρωτα και να τσαλακωθώ μαζί με κάποιον άλλον;
Βαδίζω προς το γραφείο του ψυχοθεραπευτή μου. Δεν έχω κανονικοποιήσει μέσα μου τις επισκέψεις αυτές, τις δύο μηνιαίως. Κάθε φορά με βάζω να απαντήσω στο ερώτημα: «Γιατί πας στον ψυχίατρο-ψυχοθεραπευτή;» Κάθε φορά απαντώ και κάτι άλλο. Προσώρας, ικανοποιούμαι. Ακούω τον ήχο της φωνής του, νιώθω τη στοργή του (επαγγελματική, έστω), κοιταζόμαστε, γελάμε, έχουμε κιόλας κατασκευάσει τη δική μας συνωμοσία.

Κάθε σχέση είναι μια μικρή συνωμοσία – πώς θα μπορούσε αλλιώς να είναι σχέση; Οταν τελειώνω τη συνεδρία είμαι κατά τι πιο ανακουφισμένη (από τι; Σε σχέση με τι;) και βγαίνω έξω στον δρόμο, στην πόλη, και βλέπω πως έχει σκοτεινιάσει και σφίγγω τη ζακέτα μου πάνω μου, ζητώντας από το ύφασμα να με αγκαλιάσει.
Σκέφτομαι κάπου ένα μικρό σαλόνι με φίλους πανεπιστημιακούς, χαρτιά απλωμένα πάνω στα τραπέζια, κρασιά σε ποτήρια διαφορετικά, αταίριαστα, και κάποιον να ρωτά τους άλλους τι θα φάνε, γιατί παραγγέλνει. Δύο εξ αυτών είναι κρυφά ερωτευμένοι μεταξύ τους – ντρέπονται όταν τα μάτια τους διασταυρώνονται και ακούγεται ένα τραγούδι από αυτά τα τυχαία της λίστας, που, χωρίς να το γνωρίζουν, θα θεωρείται το τραγούδι τους για τα επόμενα τουλάχιστον 15 χρόνια.
Περπατώ, περπατώ, μέχρι να φτάσω στο μετρό. Δάσος τριγύρω μου τα κτίρια, τα νεοπερίπτερα-κιόσκια (τα σιχαίνομαι!), οι περαστικοί, οι πάγκοι με τα παλιά βιβλία (τους λατρεύω!). Δάσος μέσα μου οι άναρχες σκέψεις, οι αναμνήσεις. Νιώθω εντελώς τρελή, μετά θυμάμαι πως κάθε μέρα έχω τη δική μου σελίδα σε μια εφημερίδα και πως κάποιοι άνθρωποι, ελάχιστοι -50, 10, 5, έστω ένας-, περιμένουν να δουν τι σκέφτομαι και τι νιώθω.
Ανάβω τσιγάρο, βήχω (ευτυχώς, το έχω ελαττώσει), βιάζω το βήμα μου και επιστρέφω στο σπίτι μου με τη δική του μικρή κουζίνα, το μικρό σαλόνι και το κρεβάτι (έστω, ατσαλάκωτο). Φτιάχνω τον τρίτο και τελευταίο καφέ της ημέρας και πιάνω να γράφω, να γράφω, να γράφω… Να ζω με τον μόνο τρόπο που αντέχω -πότε Κοκκινοσκουφίτσα, πότε Λύκαινα-, στο δάσος αυτό το παράφορο της ύπαρξής μου, ανάμεσα σε τόσες άλλες υπάρξεις και -ωιμέ!- ανυπαρξίες.
Κατεβάστε τη δωρεάν εφαρμογή και διαβάστε πρώτοι τις ειδήσεις στο κινητό σας.









